Αμα είστε twilight φαν οι πόρτες του φόρουμ είναι ανοιχτές για εσάς!!!!!
 
ΦόρουμΠόρταλΗμερολόγιοΕικονοθήκηΣυχνές ΕρωτήσειςΑναζήτησηΚατάλογος ΜελώνΟμάδες ΜελώνΕγγραφήΣύνδεση
Αναζήτηση
 
 

Αποτελέσματα Αναζήτησης
 
Rechercher Σύνθετη Αναζήτηση
Πρόσφατα Θέματα
» σωστο-λαθος
Κυρ 27 Δεκ 2009 - 22:31 από patrick

» ερώτιση.
Κυρ 27 Δεκ 2009 - 22:31 από patrick

» Εσεις ποσες φορες εχετε δει το Twilight?
Κυρ 27 Δεκ 2009 - 22:24 από patrick

» Coffee time
Κυρ 27 Δεκ 2009 - 22:21 από patrick

» Τι είμαι??????
Παρ 11 Δεκ 2009 - 20:32 από eilin

» ποια ηταν η πρωτη σας σκεψη οταν ακουσατε γι αυτην τη ταινια?
Παρ 11 Δεκ 2009 - 14:42 από eilin

» Renesmee το αγγελικό παιδάκι
Παρ 11 Δεκ 2009 - 14:36 από eilin

» αγαπημενη σκηνη απο το βιβλιο
Παρ 11 Δεκ 2009 - 14:30 από eilin

» αγαπημενη σκηνη απο το βιβλιο
Παρ 11 Δεκ 2009 - 14:27 από eilin

Πλοήγηση
 Πόρταλ
 Ευρετήριο
 Κατάλογος Μελών
 Προφίλ
 Συχνές Ερωτήσεις
 Αναζήτηση
Δημόσια συζήτηση
Affiliates
free forum


Μοιραστείτε | 
 

 5.Προσκλήσεις

Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 22
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: 5.Προσκλήσεις   Παρ 14 Αυγ 2009 - 20:12

Λύκειο. Καθαρτήριο δεν ήταν πια η σωστή λέξη, ήταν καθαρά κόλαση. Βασανιστήρια και φωτιές… ναι τα είχα και τα δύο.
Έκανα τα πάντα σωστά τώρα. Μείωνα όσο μπορούσα τις ευθύνες μου.
Για να χαροποιήσω την Εσμέ και για να προστατέψω τους άλλους, έμεινα στο Φόρκς. Επέστρεψα στο παλιό μου πρόγραμμα. Δεν πήγαινα για κυνήγι περισσότερο από τους άλλους. Κάθε μέρα πήγαινα στο σχολείο και συμπεριφερόμουν ανθρώπινα. Κάθε μέρα, άκουγα προσεκτικά για τίποτα καινούριο σχετικά με τους Κάλεν-ποτε δεν υπήρχε τίποτα. Το κορίτσι δεν είχε πει ούτε λέξη για τις υποψίες της. Απλά επανέλαβε την ίδια ιστορία ξανά και ξανά-ότι στεκόμουν δίπλα της και την τράβηξα στην άκρη-μέχρι που το κοινό της βαρέθηκε και σταμάτησε να ψάχνει για περισσότερες λεπτομέρειες. Δεν υπήρχε κίνδυνος. Η βιαστική μου πράξη μου δεν είχε βλάψει κανέναν.
Κανέναν εκτός από τον εαυτό μου.
Ήμουν αποφασισμένος να αλλάξω το μέλλον. Όχι και ο πιο εύκολος στόχος να θέσει κάποιος στον εαυτό του, αλλά ήταν η μόνη επιλογή με την οποία μπορούσα να ζήσω
Η Άλις είπε ότι δεν θα ήμουν αρκετά δυνατός να μείνω μακριά από το κορίτσι. Θα την διέψευδα.
Πίστευα πως η πρώτη μέρα θα ήταν και η χειρότερη. Μέχρι το τέλος εκείνης της μέρας ήμουν σίγουρος για αυτό. Όμως είχα άδικο.
Με πονούσε, που ήξερα ότι πλήγωνα το κορίτσι. Με καθησύχαζε όμως το γεγονός ότι ο πόνος της θα ήταν μηδαμινός-ένα μικρό τσίμπημα απόρριψης- συγκριτικά με τον δικό μου. Η Μπέλλα ήταν άνθρωπος, και γνώριζε ότι ήμουν κάτι άλλο, κάτι λάθος, κάτι επικίνδυνο. Θα ήταν πιο πολύ ανακουφισμένη παρά πληγωμένη όταν άρχισα να συμπεριφέρομαι σαν να μην υπήρχε.


«Γεια σου Έντουαρντ.» Με χαιρέτησε, την πρώτη μέρα, αφού γύρισε, στο μάθημα Βιολογίας. Η φωνή της ήταν ευχάριστη, φιλική, ακριβώς το αντίθετο από την προηγούμενη φορά που της μίλησα.
Γιατί; Τι σήμαινε αυτή η αλλαγή; Είχε ξεχάσει; Αποφάσισε ότι είχε φανταστεί εκείνο το επεισόδιο; Υπήρχε περίπτωση να με είχε συγχωρέσει που δεν κράτησα την υπόσχεσή μου;
Οι ερωτήσεις με έκαιγαν σαν την δίψα μου, που συνέχιζε να μου επιτίθεται κάθε φορά που ανέπνεα.
Θα έβλεπα μέσα στα μάτια της για μια στιγμή. Απλά για να έβλεπα αν θα μπορούσα να διαβάσω τις απαντήσεις εκεί…
Όχι. Δεν μπορούσα να επιτρέψω στον εαυτό μου ούτε αυτό. Όχι αν ήθελα να αλλάξω το μέλλον.
Σήκωσα ελαφρά το πιγούνι μου προς την κατεύθυνση της χωρίς να τραβήξω το βλέμμα μου από το θρανίο. Έγνεψα μια φορά και γύρισα το κεφάλι μου πάλι μπροστά.
Δεν μου ξαναμίλησε.
Το απόγευμα καθώς τελείωσε το σχολείο, είχα παίξει και τον ρόλο μου, έτρεξα προς το Σηάτλ όπως και την προηγούμενη μέρα. Μου φαινόταν πως μπορούσα να αντέξω τον πόνο λίγο καλύτερα όταν έτρεχα γρήγορα, όλα θόλωναν από την ταχύτητα.
Αυτή η διαδρομή είχε γίνει καθημερινή συνήθεια.
Την αγαπούσα; Δεν πίστευα πως ναι. Όχι ακόμα. Τα οράματα της Άλις είχαν κολλήσει στο μυαλό μου όμως, και μπορούσα να δω πόσο εύκολο θα ήταν να ερωτευτώ την Μπέλλα. Θα ήταν ακριβώς σαν να πέφτω: χωρίς προσπάθεια. Το να μην αφήσω τον εαυτό μου να την ερωτευτεί ήταν το αντίθετο από το να πέφτω-θα ήταν σαν να σκαρφαλώνω έναν γκρεμό με τα χέρια μου, έχοντας όμως μόνο ανθρώπινες δυνάμεις.
Πέρασε πάνω από ένας μήνας και κάθε μέρα ήταν πιο δύσκολη από την προηγούμενη. Αυτό δεν έβγαζε νόημα-συνεχώς περίμενα να το ξεπεράσω, να γίνει πιο εύκολο. Αυτό θα έπρεπε να εννοεί η Άλις όταν είχε προβλέψει ότι δεν θα μπορούσα να μείνω μακριά από το κορίτσι. Είχε δει το μέγεθος του πόνου μου. Αλλά εγώ άντεχα τον πόνο.
Δεν θα κατέστρεφα το μέλλον της Μπέλλα. Αν ήμουν προορισμένος να την αγαπήσω, τότε να την αγνοούσα δεν θα ήταν το λιγότερο που θα μπορούσα να κάνω;
Το να την αποφεύγω ήταν το όριο που μπορούσα να αντέξω. Μπορεί να έκανα πως την αγνοούσα και να μην κοιτούσα προς το μέρος της. Μπορούσα να κάνω σαν να μην μου κρατούσε κανένα ενδιαφέρον. Αλλά αυτό δεν ήταν και η πραγματικότητα.
Ακόμα, κρεμιόμουν από κάθε ανάσα που έπαιρνε, κάθε λέξη που ξεστόμιζε.
Χώρισα τα βάσανά μου σε τέσσερις κατηγορίες.
Τα δύο πρώτα ήταν οικεία. Η οσμή της και η σιωπή της. Η μάλλον-για να τοποθετήσω την ευθύνη εκεί που ανήκει- η δίψα μου και η περιέργειά μου.
Η δίψα ήταν και το κύριο βάσανό μου. Ήταν πια συνήθεια το να μην αναπνέω στο μάθημα της Βιολογίας. Φυσικά πάντα υπήρχαν εξαιρέσεις-όταν έπρεπε να απαντήσω σε κάποια ερώτηση και χρειαζόμουν ανάσα για να μιλήσω. Κάθε φορά που γευόμουν τον αέρα γύρω από το κορίτσι, ήταν σαν την πρώτη μέρα-φωτιά και βίαια θέληση , απελπισμένη να ξεσπάσει. Ήταν δύσκολο να κρατηθώ, έστω και λίγο, στην λογική εκείνες τις στιγμές. Και όπως και την πρώτη μέρα, το τέρας γρύλιζε, τόσο κοντά στην επιφάνεια.


Η περιέργεια ήταν το πιο συχνό βάσανο. Η ερώτηση ποτέ δεν έφευγε από το μυαλό μου: Τι σκέφτεται τώρα; Όταν την άκουγα να αναστενάζει. Όταν έπαιζε με μια τούφα από τα μαλλιά της. Όταν άφηνε τα βιβλία της με περισσότερη δύναμη από όση χρειαζόταν. Όταν αργούσε για κάποιο μάθημα. Όταν χτυπούσε νευρικά το πόδι της στο πάτωμα. Κάθε της κίνηση ήταν ένα μυστήριο που με τρέλαινε. Όταν μιλούσε σε άλλους συμμαθητές, ανέλυα τον τόνο που χρησιμοποιούσε σε κάθε λέξη. Έλεγε αυτό που πραγματικά σκεφτόταν ή αυτό που πίστευε πως έπρεπε να πει; Συχνά μου φαινόταν σαν να έλεγε αυτό που ήθελε το κοινό της να ακούσει, και αυτό μου θύμισε την οικογένειά μας και την καθημερινή μας αυταπάτη-ήμασταν όμως καλύτεροι από αυτήν. Εκτός και αν είχα άδικο για αυτό και απλά φανταζόμουν πράγματα. Γιατί να έπαιζε κάποιον ρόλο; Ήταν μια από αυτούς-ανθρώπινη έφηβη.
Ο Μάικ Νιούτον ήταν ένα βάσανο το οποίο δεν περίμενα. Ποιος θα πίστευε ότι ένα τόσο κοινό, βαρετό θνητό αγόρι θα μπορούσε να είναι τόσο ενοχλητικό; Για να είμαι όμως δίκαιος, έπρεπε να ένιωθα κάποια ευγνωμοσύνη στο ενοχλητικό αγόρι-περισσότερο από τους άλλους γιατί έκανε την κοπέλα να μιλάει. Έμαθα τόσα πολλά από τις συζητήσεις τους-ακόμα συμπλήρωνα την λίστα-αλλά συγχρόνως η βοήθεια του Μάικ σε αυτό με νευρίαζε περισσότερο. Δεν μου άρεσε που ο Μάικ ήταν αυτός που ξεκλείδωνε τα μυστικά της. Εγώ ήθελα να το κάνω αυτό.


Βοηθούσε το ότι δεν πρόσεχε τις μικρές της αποκαλύψεις, τα μικρά της λάθη. Δεν ήξερε τίποτα για εκείνη. Είχε δημιουργήσει μια Μπέλλα στο μυαλό του, που δεν υπήρχε-ένα κοινό κορίτσι, όσο κοινός ήταν κι αυτός. Δεν είχε προσέξει την ανιδιοτέλειά και το θάρρος της που την διαφοροποιούσαν από τους υπόλοιπους ανθρώπους, δεν άκουγε την ασυνήθιστη ωριμότητα στην φωνή της όποτε μιλούσε. Δεν καταλάβαινε ότι όταν μιλούσε για την μητέρα της, ακουγόταν σαν ένας γονιός που μιλάει για το παιδί του αντί για το αντίθετο-στοργικά, με θαυμασμό και πολύ προστατευτικά. Δεν άκουγε την υπομονή στην φωνή της όταν υποκρινόταν κάποιο ενδιαφέρον για τις βαρετές του ιστορίες, και δεν μάντευε την ευγένεια πίσω από αυτήν την υπομονή.
Μέσα από της συζητήσεις της με τον Μάικ μπόρεσα να προσθέσω και άλλο ένα στοιχείο στην λίστα μου, το πιο αποκαλυπτικό, απλό και σπάνιο. Η Μπέλλα ήταν καλή. Όλα τα υπόλοιπα υποστήριζαν αυτό το στοιχείο-ευγενική, στοργική, ανιδιοτελής, αξιαγάπητη και θαρραλέα-ήταν καλή ως το κόκκαλο.
Αυτές οι χρήσιμες ανακαλύψεις δεν με έκαναν να συμπαθήσω περισσότερο το αγόρι. Ο κτητικός τρόπος με τον οποίος έβλεπε την Μπέλλα-σαν να ήταν κάποιο βραβείο-με εξόργιζε σχεδόν όσο και οι φαντασιώσεις του για αυτήν. Άρχισε να γίνεται πιο σίγουρός, αφού φαινόταν να τον προτιμάει από αυτούς που θεωρούσε αντίπαλους-τον Τάιλερ Κράουλι, τον Έρικ Γιόρκι ακόμα κι εμένα. Κάθε μέρα στην Βιολογία, καθόταν στην πλευρά της Μπέλλα στο τραπέζι μας, πριν ξεκινήσει το μάθημα και της μιλούσε ενθαρρυμένος από τα χαμόγελά της. Μόνο ευγενικά χαμόγελα, έλεγα στον εαυτό μου. Συχνά ψυχαγωγούμουν με την σκέψη να τον σπρώξω ώστε να χτυπήσει στον απέναντι τοίχο… Μάλλον δεν θα τον τραυμάτιζα θανάσιμα…
Ο Μάικ δεν με έβλεπε συχνά ως αντίπαλο. Μετά το ατύχημα, ανησυχούσε μήπως η Μπέλλα και εγώ δέναμε από την εμπειρία, αλλά προφανώς είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Πιο παλιά τον ενόχλησε που είχα δείξει κάποιο ενδιαφέρον στην Μπέλλα ενώ σπάνια μιλούσα σε κανέναν. Αλλά τώρα την αγνοούσα όπως και τους υπόλοιπους και έτσι χαλάρωσε.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 22
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 5.Προσκλήσεις   Παρ 14 Αυγ 2009 - 20:12

Τι σκεφτόταν τώρα η Μπέλλα; Καλωσόριζε την προσοχή του;
Και τέλος το τελευταίο μου βάσανο, το πιο επώδυνο: η αδιαφορία της Μπέλλα. Όπως την αγνοούσα εγώ, έτσι με αγνοούσε και αυτή. Δεν γνώριζα. Μάλλον δεν θα με σκεφτόταν καν.
Αυτό κανονικά θα με τρέλαινε-ή θα άλλαζε την απόφασή μου να αλλάξω το μέλλον-μόνο που κάποιες φορές με κοιτούσε όπως και πριν. Δεν το έβλεπα εγώ ο ίδιος, μιας και δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να την κοιτάξω, αλλά η Άλις μας προειδοποιούσε όποτε σκόπευε να κοιτάξει. Οι άλλοι ήταν ακόμα ανήσυχοι για τις υποψίες του κοριτσιού.
Μείωνε τον πόνο μου λίγο το ότι με κοιτούσε από απόσταση κάθε τόσο. Φυσικά όμως θα αναρωτιόταν τι είδους φρικιό ήμουν.
«Η Μπέλλα θα κοιτάξει τον Έντουαρντ σε ένα λεπτό. Φερθείτε φυσιολογικά,» είπε η Άλις μια Τρίτη του Μαρτίου, και όλοι άρχισαν να κάνουν μικρές κινήσεις γιατί ήταν αφύσικη η απόλυτη ακινησία.
Πρόσεχα πόσο συχνά με κοιτούσε. Με χαροποιούσε, αν και δεν θα έπρεπε, ότι η συχνότητα δεν μειώθηκε με τον καιρό. Δεν ήξερα τι σήμαινε, αλλά με έκανε να νιώθω καλύτερα.


Η Άλις αναστέναξε. Μακάρι…
«Μην μπλέκεσαι Άλις,» είπα χαμηλόφωνα. «Δεν πρόκειται να συμβεί.»
Μόρφασε. Η Άλις ανυπομονούσε να δημιουργηθεί η φιλία της με την Μπέλλα. Κατά έναν παράξενο τρόπο, της έλειπε το κορίτσι που δεν γνώριζε.
Πρέπει να το παραδεχτώ, είσαι καλύτερος από ότι νόμιζα. Έχεις κάνει το μέλλον μπερδεμένο πάλι. Ελπίζω να χαίρεσαι…
«Μου φαίνεται απόλυτα λογικό.»
Ρουθούνισε διακριτικά.
Προσπάθησα να την μπλοκάρω, ήταν πολύ ανυπόμονη για συζήτηση. Δεν είχα και τα κέφια μου-ήμουν πιο αγχωμένος από ότι άφηνα κανέναν να καταλάβει. Μόνο ο Τζάσπερ γνώριζε πόσο σφιγμένος ήμουν, ένιωθε το άγχος μου με την ικανότητα του να νιώθει αλλά και να επηρεάζει τα συναισθήματα των άλλων. Δεν καταλάβαινε όμως τους λόγους πίσω από τα συναισθήματα αυτά-και αφού τελευταία τα συναισθήματά μου δεν άλλαζαν και πολύ- τα αγνοούσε.
Η σημερινή μέρα θα ήταν δύσκολη. Δυσκολότερη από την προηγούμενη όπως συνήθως.
Ο Μάικ Νιούτον, το απεχθές αγόρι που δεν μπορούσα να επιτρέψω τον εαυτό μου να ανταγωνιστώ, θα ζητούσε την Μπέλλα σε ραντεβού.
Ένας χορός όπου τα κορίτσια επιλέγουν συνοδούς, πλησίαζε, και έλπιζε πως η Μπέλλα θα τον ρωτούσε. Το ότι δεν το είχε κάνει κλόνισε την αυτοπεποίθηση του. Τώρα βρισκόταν σε άβολη θέση-το διασκέδαζα περισσότερο από όσο θα έπρεπε-επειδή η Τζέσικα Στάνλεϋ του είχε μόλις ζητήσει να πάει μαζί της. Δεν ήθελε να πει «ναι», αφού ακόμα έλπιζε πως θα τον διάλεγε η Μπέλλα (και θα τον αναδείκνυε νικητή ανάμεσα στους αντίπαλούς του), αλλά δεν ήθελε και να πει «όχι» και να καταλήξει να μην πηγαίνει καθόλου στον χορό. Η Τζέσικα, πληγωμένη από τον δισταγμό του και μαντεύοντας τον λόγο, σκεφτόταν για την Μπέλλα με μίσος. Και πάλι είχα το ένστικτο να μπω ανάμεσα στις φαρμακερές σκέψεις της Τζέσικα και το κορίτσι. Καταλάβαινα το ένστικτο καλύτερα τώρα, αλλά αυτό το έκανε πιο ενοχλητικό αφού δεν δρούσα με βάση αυτό.
Ποιος θα περίμενε ότι θα έφτανε σε αυτό το σημείο! Είχα πάθει και εγώ εμμονή με τα μηδαμινά δράματα του Λυκείου που κάποτε περιφρονούσα.
Ο Μάικ προετοιμαζόταν καθώς συνόδευε την Μπέλλα στο μάθημα της Βιολογίας. Καθώς τους περίμενα να φτάσουν, τον άκουγα που αγκομαχούσε εσωτερικά. Το αγόρι ήταν αδύναμο. Είχε περιμένει για αυτόν τον χορό επίτηδες. Φοβόταν να δείξει το ενδιαφέρον του πιο πριν, ήθελε να είναι σίγουρος πως η Μπέλλα θα έδειχνε κάποια προτίμηση σε αυτόν. Δεν ήθελε να εκτεθεί, προτιμούσε να κάνει αυτή την πρώτη κίνηση.
Δειλός.
Κάθισε στο τραπέζι μας πάλι, άνετος, και εγώ φαντάστηκα τον ήχο που θα έκανε αν το σώμα του χτυπούσε τον απέναντι τοίχο με αρκετή δύναμη ώστε να σπάσουν τα περισσότερά του κόκκαλα.
«Λοιπόν,» είπε στο κορίτσι, κοιτώντας το πάτωμα. «Η Τζέσικα μου ζήτησε να πάμε στον χορό.»
«Αυτό είναι υπέροχο,» απάντησε αμέσως η Μπέλλα με ενθουσιασμό. Ήταν δύσκολο να μην χαμογελάσω καθώς ο Μάικ εμπέδωνε τον τόνο της. Έλπιζε για απογοήτευση. «Θα περάσεις πολύ καλά με την Τζέσικα.»
Προσπάθησε να βρει την κατάλληλη απάντηση. «Βασικά…» δίστασε και σχεδόν δείλιασε. Τότε πήρε φόρα. «της είπα ότι έπρεπε να το σκεφτώ.»
«Γιατί το έκανες αυτό;» Απαίτησε. Ο τόνος ήταν αποδοκιμαστικός, αλλά διέκρινα και ανακούφιση.
Αυτό τι σήμαινε; Ένας απρόσμενος θυμός με έκανε να σφίξω τα χέρια μου σε γροθιές.
Ο Μάικ δεν κατάλαβε την ανακούφιση στον τόνο της. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο-σοβαρό καθώς αυτή θα ήταν η πρόσκληση-και κοίταξε πάλι το πάτωμα καθώς μίλησε.
«Αναρωτιόμουν μήπως… βασικά, μήπως εσύ σκόπευες να με ρωτήσεις.»


Η Μπέλλα δίστασε.
Σε εκείνη τη στιγμή δισταγμού, είδα το μέλλον πιο καθαρά από ότι το είχε δει ποτέ η Άλις.
Το κορίτσι μπορεί να έλεγε ναι στην ερώτηση του Μάικ τώρα, και μπορεί να έλεγε όχι, αλλά κάποια μέρα σύντομα, θα έλεγε ναι σε κάποιον. Ήταν αξιαγάπητη και ελκυστική και οι άνδρες το γνώριζαν αυτό. Είτε εάν συμβιβαζόταν με κάποιον από το Φόρκς, είτε εάν περίμενε αφού ελευθερωθεί από αυτό το μέρος, θα ερχόταν η μέρα που θα έλεγε ναι σε κάποιον.
Είδα την ζωή της όπως και την προηγούμενη φορά-πανεπιστήμιο, καριέρα.. αγάπη, γάμος. Την είδα πάλι στο πλευρό του πατέρα της, ντυμένη στα άσπρα, το πρόσωπό της κατακόκκινο καθώς βάδιζε με τον ρυθμό.
Ο πόνος δεν συγκρινόταν με τίποτα που είχα νιώσει ποτέ. Ένας άνθρωπος θα έπρεπε να είναι ετοιμοθάνατος για να νιώσει τέτοιον πόνο-δεν θα τον άντεχε αρκετά για να ζήσει.
Αλλά δεν ένιωθα μόνο πόνο, αλλά και θυμό.
Θυμό που έψαχνε να βρει κάποιον τρόπο να εκδηλωθεί. Αν και αυτό το ασήμαντο αγόρι, μπορεί να μην ήταν αυτός στον οποίο θα έλεγε ναι η Μπέλλα, ένιωθα την θέληση να θρυμματίσω το κρανίο του με τα χέρια μου, ως προειδοποίηση για αυτόν που θα ήταν.
Δεν καταλάβαινα αυτό το συναίσθημα-ήταν ένα μίγμα πόνου και θυμού, θέλησης και απελπισίας. Δεν είχα ξανανιώσει ποτέ έτσι. Δεν μπορούσα να του δώσω κάποιο όνομα.
«Μάικ, νομίζω ότι πρέπει να της πεις ναι,» είπε η Μπέλλα με ευγενική φωνή.
Οι ελπίδες του Μάικ βυθίστηκαν. Θα το απολάμβανα αυτό υπό άλλες συνθήκες, αλλά ήμουν χαμένος στο αίσθημα που μου έμεινε αφού έφυγε ο πόνος-και συνειδητοποιούσα τι μου είχε κάνει αυτός ο πόνος και ο θυμός.
Η Άλις είχε δίκιο. Δεν ήμουν αρκετά δυνατός.
Αυτή τη στιγμή η Άλις θα έβλεπε το μέλλον να αλλάζει και να μπερδεύεται πάλι. Αυτό θα την χαροποιούσε;
«Έχεις ήδη ρωτήσει κάποιον;» Ρώτησε πικρά ο Μάικ. Κοίταξε εμένα ύποπτα, για πρώτη φορά μετά από εβδομάδες. Συνειδητοποίησα ότι έδειξα το ενδιαφέρον μου, το κεφάλι μου ήταν στραμμένο προς την κατεύθυνση της Μπέλλα.
Ο άγριος φθόνος στις σκέψεις του-φθόνος για αυτόν που το κορίτσι προτιμούσε-έδωσε ξαφνικά όνομα στο ακατονόμαστο συναίσθημά μου.
Ζήλευα.
«Όχι,» είπε το κορίτσι με ίχνος χιούμορ στην φωνή της. «Δεν θα πάω καν στον χορό.»
Μέσα σε όλη την συνειδητοποίηση και τον θυμό μου, ένιωσα και ανακούφιση στα λόγια της. Ξαφνικά σκεφτόμουν τους αντίπαλούς μου.
«Γιατί όχι;» Ρώτησε, σχεδόν με αγένεια, ο Μάικ. Με ενόχλησε που χρησιμοποιούσε τέτοιον τόνο μαζί της. Κατάπια ένα γρύλισμα.
«Θα πάω στο Σηάτλ εκείνο το Σαββατοκύριακο,» απάντησε.
Η περιέργεια δεν ήταν τόσο δυνατή όσο πριν-τώρα που θα έπαιρνα κάποιες απαντήσεις. Θα μάθαινα το «πως» και το «γιατί» σε αυτές τις νέες εξελίξεις, σύντομα. Ο τόνος του Μάικ έγινε απογοητευμένος. «Δεν μπορείς να πάς κάποιο άλλο Σαββατοκύριακο;»
«Λυπάμαι, όχι.» Είπε η Μπέλλα. «Για αυτό δεν πρέπει να αφήσεις την Τζέσικα να περιμένει-είναι αγένεια.»
Το ενδιαφέρον της για τα συναισθήματα της Τζέσικα, αναζωπύρωσε τις φωτιές της ζήλιας μου. Αυτό για το Σηάτλ ήταν προφανώς δικαιολογία για να πει όχι-αρνήθηκε καθαρά από αφοσίωση στην φίλη της; Ήταν αρκετά ανιδιοτελής για κάτι τέτοιο. Ευχόταν όμως πραγματικά να μπορούσε να του πει ναι; Ή ήταν και οι δύο εικασίες μου λάθος; Ενδιαφερόταν για κάποιον άλλον;
«Ναι, έχεις δίκιο,» μουρμούρισε ο Μάικ, τόσο αποθαρρυμένος που σχεδόν τον λυπήθηκα. Σχεδόν.
Έστρεψε αλλού το βλέμμα του, κόβοντας την θέα μου από το πρόσωπό της στις σκέψεις του.
Δεν θα το δεχόμουν αυτό.
Γύρισα το κεφάλι μου για να διαβάσω από μόνος μου το πρόσωπό της. Για πρώτη φορά μετά από, τουλάχιστον, έναν μήνα. Ήταν στιγμιαία η ανακούφιση που ένιωσα μόλις επέτρεψα στον εαυτό μου να την κοιτάξω, σαν μια βαθιά ανάσα αέρα.
Τα μάτια της ήταν κλειστά και τα χέρια της έπιαναν το κεφάλι της. Κρατούσε τους ώμους της ελαφρώς καμπουριασμένους. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, σαν να προσπαθούσε να διώξει κάποια σκέψη από το μυαλό της.
Ενοχλητικό. Ενδιαφέρον.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 22
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 5.Προσκλήσεις   Παρ 14 Αυγ 2009 - 20:15

Η φωνή του Κύριου Μπάνερ την επανέφερε στην πραγματικότητα και τα μάτια της άνοιξαν αργά. Κοίταξε εμένα κατευθείαν, ίσως να είχε νιώσει το βλέμμα μου. Κοίταζε μέσα στα μάτια μου με την ίδια μπερδεμένη έκφραση που με στοίχειωνε για καιρό.
Δεν ένιωθα τύψεις ή ενοχές ή θυμό εκείνο το δευτερόλεπτο. Ήξερα ότι θα τα ένιωθα κάποια στιγμή αλλά εκείνη την στιγμή ένιωθα περίεργα ανεβασμένος. Σαν να είχα νικήσει αντί να είχα χάσει.
Δεν έστρεψε αλλού το βλέμμα της, αν και την κοιτούσα τόσο έντονα που ήταν αγενές, προσπαθώντας -χωρίς αποτέλεσμα-να διαβάσω τις σκέψεις της μέσα από τα ζεστά σοκολατί της μάτια. Ήταν γεμάτα ερωτήσεις, παρά απαντήσεις.
Μπορούσα να δω την αντανάκλαση των ματιών μου, και είδα ότι ήταν μαύρα από την δίψα. Είχαν περάσει σχεδόν δυο εβδομάδες από το τελευταίο μου κυνήγι, δεν ήταν η πιο ασφαλής μέρα για να ενδώσω. Αλλά τα μαύρα μου μάτια δεν φάνηκαν να την τρομάζουν. Δεν κοίταξε αλλού και ένα απαλό, ακαταμάχητα ελκυστικό, ροζ άρχισε να χρωματίζει το δέρμα της.
Τι σκεφτόταν τώρα;
Σχεδόν ξεστόμισα την ερώτηση, αλλά εκείνη τη στιγμή ο κύριος Μπάνερ φώναξε το όνομά μου. Βρήκα την σωστή απάντηση στις σκέψεις του καθώς γύρισα σύντομα να τον κοιτάξω.
Πήρα μια μικρή ανάσα. « Ο κύκλος του Κρέμπ.»
Η δίψα έκαιγε τον λαιμό μου-οι μυς μου σφίχτηκαν και το στόμα μου γέμισε με δηλητήριο-και έκλεισα τα μάτια μου, προσπαθώντας να συγκεντρωθώ καθώς η θέληση για το αίμα της μαινόταν μέσα μου.
Το τέρας ήταν πιο δυνατό από πριν. Χαιρόταν για το διπλό μέλλον που θα του έδινε μια ίση, πενήντα-πενήντα πιθανότητα να πάρει αυτό που ήθελε τόσο πολύ. Το τρίτο και πιο θολό μέλλον που προσπάθησα να δημιουργήσω μέσα από θέληση, εξαφανίστηκε-καταστράφηκε από κοινή ζήλια-και το τέρας ήταν πολύ κοντά στον στόχο του.
Οι τύψεις και οι ενοχές με έκαιγαν μαζί με την δίψα, και, αν είχα την ικανότητα να παράγω δάκρυα, τώρα θα είχαν γεμίσει τα μάτια μου.
Τι είχα κάνει;
Γνωρίζοντας πως η μάχη ήταν ήδη χαμένη, δεν υπήρχε λόγος να αντιστέκομαι οπότε γύρισα να ξανακοιτάξω το κορίτσι.
Είχε κρυφτεί πίσω από τα μαλλιά της, αλλά μπορούσα να δω μέσα από τις τούφες της ότι τα μάγουλα της είχαν πάρει ένα βαθύ κόκκινο χρώμα.
Αυτό άρεσε στο τέρας.
Δεν ξανασυνάντησε το βλέμμα μου, αλλά στριφογύριζε μια τούφα των μαλλιών της στα δάχτυλά της. Τα λεπτά της δάχτυλα, ο λεπτός της καρπός-ήταν τόσο εύθραυστα, και μόνο η ανάσα μου θα μπορούσε να τα σπάσει.

Όχι, όχι, όχι. Δεν μπορούσα να το κάνω αυτό. Ήταν τόσο εύθραυστη, τόσο καλή, τόσο πολύτιμη για να αξίζει τέτοια μοίρα. Δεν μπορούσα να επιτρέψω να μπλεχτούν οι ζωές μας, θα την κατέστρεφα.
Αλλά δεν μπορούσα να μείνω και μακριά της. Η Άλις είχε δίκιο σε αυτό.
Το τέρας μέσα μου γρύλιζε ενοχλημένο καθώς άλλαζα συνεχώς γνώμη.
Η σύντομη ώρα μαζί της, πέρασε πολύ γρήγορα. Χτύπησε το κουδούνι και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της χωρίς να με κοιτάξει. Αυτό με απογοήτευσε αν και δεν θα έπρεπε να περιμένω τίποτα περισσότερο. Η συμπεριφορά μου απέναντί της ήταν αδικαιολόγητη.
«Μπέλλα;» Είπα, μη μπορώντας να σταματήσω τον εαυτό μου, μιας και η προσπάθειά μου να αντισταθώ είχε γίνει σκόνη.
Δίστασε πριν με κοιτάξει. Όταν με κοίταξε η έκφραση της ήταν συγκρατημένη, δύσπιστη.
Θύμισα στον εαυτό μου πως είχε κάθε δικαίωμα να μην με εμπιστεύεται. Ή τουλάχιστον θα έπρεπε.
Περίμενε να συνεχίσω, αλλά εγώ έμεινα να την κοιτάω, διαβάζοντας το πρόσωπό της. Πήρα μερικές ανάσες πολεμώντας την δίψα μου.
«Τι;» είπε τελικά. «Μου μιλάς πάλι;» Υπήρχε δυσαρέσκεια στην φωνή της που , όπως και ο θυμός της, ήταν αξιολάτρευτή. Με έκανε να θέλω να χαμογελάσω.
Δεν ήξερα πώς να απαντήσω στην ερώτησή της. Της μιλούσα πάλι, με την έννοια που έλεγε;
Όχι. Όχι, αν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Θα προσπαθούσα τουλάχιστον.
«Όχι. Όχι, ακριβώς.» Της είπα.
Έκλεισε τα μάτια της, πράγμα που με ενόχλησε. Έκοβε την καλύτερη πρόσβαση που είχα στα συναισθήματά της. Πήρε μια βαθιά, αργή ανάσα χωρίς να ανοίξει τα μάτια της. Τα σαγόνια της κλείδωσαν.
Με τα μάτια ακόμα κλειστά, μίλησε. Δεν ήταν συνηθισμένος τρόπος να συζητάει κανείς, σωστά; Γιατί το έκανε;
«Τότε τι θέλεις, Έντουαρντ;»
Ο ήχος του ονόματός μου στα χείλη της, έκανε παράξενα πράγματα στο σώμα μου. Αν είχα παλμό, σίγουρα θα αυξανόταν.
Αλλά πώς να της απαντούσα;
Ειλικρινά, αποφάσισα. Θα ήμουν όσο πιο ειλικρινής μπορούσα μαζί της από εδώ και πέρα. Δεν ήθελα να αξίζω την δυσπιστία της αν και το να κερδίσω την εμπιστοσύνη της ήταν αδύνατο.
«Λυπάμαι,» της είπα. Αυτό ήταν πιο ειλικρινές από ότι θα μπορούσε να φανταστεί. Δυστυχώς, μπορούσα να απολογηθώ για αυτό που γνώριζε. «Ξέρω πως είμαι πολύ αγενής. Αλλά, αλήθεια, είναι καλύτερα έτσι.»
Θα ήταν καλύτερα για αυτήν, αν συνέχιζα να είμαι αγενής. Μπορούσα όμως;
Τα μάτια της άνοιξαν, η έκφραση της ακόμα μπερδεμένη.
«Δεν ξέρω τι εννοείς.»
Προσπάθησα να την προειδοποιήσω όσο ήταν επιτρεπτό. «Είναι καλύτερα αν δεν είμαστε φίλοι.» Σίγουρα θα το καταλάβαινε αυτό. Ήταν έξυπνη. «Εμπιστέψου με»
Τα μάτια της στένεψαν και θυμήθηκα ότι της είχα ξαναπεί αυτά τα λόγια-πριν αθετήσω την υπόσχεσή μου. Σφίχτηκα όταν έτριξε τα δόντια της-προφανώς και αυτή θυμόταν.
«Κρίμα που δεν το συνειδητοποίησες νωρίτερα,» είπε θυμωμένα. «Θα είχες γλιτώσει όλη αυτή τη μετάνοια.»
Την κοίταξα σοκαρισμένος. Τι γνώριζε για την μετάνοιά μου;
«Μετάνοια; Μετάνοια για ποιο πράγμα;» Απαίτησα.
«Που δεν άφησες εκείνο το βαν να με λιώσει.»
Πάγωσα.
Πως μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο; Το ότι έσωσα την ζωή της ήταν το μόνο αποδεκτό πράγμα που έκανα από τη στιγμή που την γνώρισα. Το μόνο πράγμα για το οποίο δεν ντρεπόμουν. Ο μόνος λόγος που χαιρόμουν που υπήρχα καν. Πάλευα να την κρατήσω ζωντανή από την στιγμή που μύρισα την οσμή της. Πως μπορούσε να πιστεύει κάτι τέτοιο για εμένα; Πώς μπορούσε να αμφισβητεί την μόνη μου καλή πράξη μέσα σε όλον τον χαμό;
«Πιστεύεις πως μετανιώνω που σε έσωσα;»
«Το ξέρω πως μετανιώνεις,» απάντησε.
Η εκτίμησή της για τις προθέσεις μου με άφησε θυμωμένο. «Δεν ξέρεις τίποτα.»


Τι μπερδεμένα και ακατανόητα που δούλευε το μυαλό της! Δεν σκεφτόταν καθόλου όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι. Αυτή θα έπρεπε να ήταν η εξήγηση πίσω από την σιωπή των σκέψεών της. Ήταν τελείως διαφορετική.
Έστρεψε αλλού το κεφάλι, τρίζοντας πάλι τα δόντια της. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν, από θυμό αυτήν την φορά. Έβαλε τα βιβλία της σε μια στοίβα με δύναμη, τα πήρε στην αγκαλιά της και βάδισε προς την πόρτα, χωρίς να συναντήσει το βλέμμα μου.
Ακόμα και θυμωμένος, ήταν αδύνατον να μην μου φανεί αξιολάτρευτος ο θυμός της.
Προχωρούσε μηχανικά, χωρίς να προσέχει που πήγαινε, και το πόδι της πιάστηκε στην πόρτα. Παραπάτησε και όλα τα πράγματά της έπεσαν κάτω. Αντί να σκύψει να τα πάρει, σηκώθηκε όρθια χωρίς να κοιτάξει κάτω, σαν να μην ήταν σίγουρη αν άξιζε να τα σηκώσει.
Κατάφερα να κρατήσω το γέλιο μου.
Κανείς δεν με έβλεπε. Έφτασα κοντά της και είχα τακτοποιήσει τα βιβλία πριν προλάβει να κοιτάξει κάτω.
Είχε ξεκίνησε να σκύβει, όταν με είδε και πάγωσε. Της έδωσα τα βιβλία προσέχοντας να μην την ακουμπήσει το παγωμένο μου δέρμα.
«Ευχαριστώ,» είπε με παγωμένη, σοβαρή φωνή.
Ο τόνος της, έκανε τον θυμό μου να επιστρέψει.
Έφυγε θυμωμένα για το επόμενο της μάθημα.
Την κοιτούσα, μέχρι που δεν μπορούσα να δω την μορφή της.
Τα Ισπανικά πέρασαν θολά. Η κυρία Γκόφ δεν ρώτησε για το ότι δεν πρόσεχα-ήξερε ότι τα Ισπανικά μου ήταν ανώτερα από τα δικά της, και με άφηνε λίγο χαλαρά-ήμουν ελεύθερος να σκεφτώ. Οπότε, δεν μπορούσα να αγνοήσω το κορίτσι. Αυτό τουλάχιστον ήταν προφανές. Αλλά αυτό σήμαινε πως δεν είχα άλλη επιλογή από το να την καταστρέψω; Αυτό δεν μπορούσε να ήταν το μόνο πιθανό μέλλον. Θα έπρεπε να υπάρχει κάποια άλλη επιλογή, κάποια ισορροπία. Προσπάθησα να σκεφτώ κάτι…
Δεν πρόσεχα και πολύ τον Έμετ μέχρι που σχεδόν είχε τελειώσει η ώρα. Ήταν περίεργος-δεν ήταν και πολύ διορατικός όσον αφορούσε τα κέφια των άλλων, αλλά έβλεπε την προφανή αλλαγή σε εμένα. Αναρωτιόταν τι συνέβη και δεν είχα πια εκείνη τη σκυθρωπή έκφραση. Προσπάθησε να αναγνωρίσει την αλλαγή και τελικά αποφάσισε ότι φαινόμουν ελπιδοφόρος.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 22
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 5.Προσκλήσεις   Παρ 14 Αυγ 2009 - 20:15

Έτσι φαινόταν από έξω;
Σκεφτόμουν την ιδέα της ελπίδας καθώς προχωρούσα προς το αυτοκίνητό μου, αναρωτώμενος για τι ακριβώς έλπιζα.
Αλλά δεν είχα και πολύ χρόνο για να σκεφτώ. Ευαίσθητος όπως είχα γίνει σε ότι σκέψεις αφορούσαν το κορίτσι, το άκουσμα του ονόματος της Μπέλλα στις σκέψεις των… των αντιπάλων μου, υποθέτω έπρεπε να το παραδεχτώ, έπιασε την προσοχή μου. Ο Έρικ και ο Τάιλερ, αφού άκουσαν-με ικανοποίηση- για την αποτυχία του Μάικ, ετοιμάζονταν να κάνουν την κίνησή τους.
Ο Έρικ είχε ήδη πάρει την θέση του, δίπλα στο φορτηγό της, όπου δεν θα μπορούσε να τον αποφύγει. Το μάθημα του Τάιλερ κράτησε παραπάνω, και ήταν βιαστικός επειδή ήθελε να την πετύχει πριν φύγει.
Αυτό έπρεπε να το δώ.
«Περίμενε τους άλλους εδώ, εντάξει;» Μουρμούρισα στον Έμετ.
Με κοίταξε ύποπτα, ανασήκωσε τους ώμους του και έγνεψε.
Το παιδί έχει χάσει το μυαλό του. Σκέφτηκε μετά από το παράξενό μου αίτημα.
Είδα την Μπέλλα καθώς έφευγε από την γυμναστική και περίμενα, δεν μπορούσε να με δει, να περάσει. Καθώς πλησίαζε την ενέδρα του Έρικ, προχώρησα προσαρμόζοντας το βάδισμά μου, ώστε να περνούσα την σωστή στιγμή.
Την είδα να σφίγγεται όταν είδε το αγόρι που την περίμενε. Πάγωσε για μια στιγμή, μετά χαλάρωσε και συνέχισε να προχωράει.
«Γεια σου Έρικ,» την άκουσα να λέει με φιλική φωνή.
Ξαφνικά ένιωσα αγχωμένος. Αν αυτός ο έφηβος με το ανθυγιεινό δέρμα της ήταν ευχάριστος;
Ο Έρικ κατάπιε δυνατά. «Γεια σου Μπέλλα.»
Φάνηκε να μην καταλαβαίνει την νευρικότητά του.
«Τι έγινε;» Ρώτησε, ξεκλειδώνοντας το φορτηγό της χωρίς να κοιτάξει την τρομαγμένη του έκφραση.
«Εμ, απλά αναρωτιόμουν… αν θα ήθελες να πας στον ανοιξιάτικο χορό μαζί μου;» Η φωνή του έσπασε.
Επιτέλους τον κοίταξε. Είχε ξαφνιαστεί, ή ήταν ευχαριστημένη; Ο Έρικ δεν συναντούσε το βλέμμα της, οπότε δεν μπορούσα να δώ το πρόσωπό της στο μυαλό του.
«Νόμιζα πως ήταν επιλογή κοριτσιών,» είπε ταραγμένη.
«Βασικά ναι.» Παραδέχτηκε.
Αυτό το αξιοθρήνητο αγόρι δεν με ενοχλούσε όσο ο Μάικ Νιούτον, αλλά δεν μπορούσα και να νιώσω συμπόνια, παρά αφού του απάντησε η Μπέλλα με ευγενική φωνή.
«Σε ευχαριστώ που με ρώτησες, αλλά θα είμαι στο Σηάτλ εκείνη τη μέρα.»
Το είχε ακούσει ήδη, αλλά και πάλι απογοητεύτηκε.
«Α,» μουρμούρισε, σηκώνοντας το βλέμμα του μόνο μέχρι την μύτη της. «Ίσως την άλλη φορά.
«Σίγουρα,» συμφώνησε. Μετά δάγκωσε το χείλος της, σαν να το μετάνιωνε που του έδινε ελπίδες. Μου άρεσε αυτό.
Ο Έρικ απομακρύνθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση από το αυτοκίνητό του, θέλοντας μόνο να φύγει.
Την πέρασα εκείνη τη στιγμή και τη άκουσα να αναστενάζει με ανακούφιση. Γέλασα.
Γύρισε στον ήχο, αλλά εγώ κοίταζα ευθεία προσπαθώντας να κρύψω την διασκέδαση μου.
Ο Τάιλερ ήταν πίσω μου, σχεδόν έτρεχε για να την προλάβει πριν φύγει. Είχε πιο πολλή αυτοπεποίθηση από τους άλλους δύο. Είχε περιμένει τόσο πολύ να την πλησιάσει μόνο και μόνο επειδή σεβόταν την προτεραιότητα του Μάικ.


Ήθελα να την προλάβει για δυο λόγους. Αν-όπως είχα αρχίσει να υποπτεύομαι-όλη αυτή η προσοχή ενοχλούσε την Μπέλλα, ήθελα να δώ την αντίδρασή της και να το ευχαριστηθώ. Αλλά αν ίσχυε το αντίθετο-αν η πρόσκληση του Τάιλερ ήταν αυτή για την οποία έλπιζε-τότε και πάλι ήθελα να ξέρω.
Έβλεπα τον Τάιλερ Κράουλι ως αντίπαλο, γνωρίζοντας πως αυτό ήταν λάθος. Φαινόταν τόσο κοινός και χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά τι γνώριζα εγώ για τις προτιμήσεις της Μπέλλα; Ίσως να της άρεσαν τα κοινά αγόρια…
Μόρφασα στην σκέψη. Δεν θα μπορούσα να είμαι ποτέ ένα κοινό αγόρι. Τι χαζό από μέρους μου να με θεωρήσω ως άξιο για την αγάπη της. Πως θα μπορούσε να νοιαστεί που ήταν, από οποιαδήποτε οπτική γωνία, ένα τέρας;
Άξιζε περισσότερα από ένα τέρας.
Έπρεπε να την αφήσω να ξεφύγει, αλλά η αδικαιολόγητη περιέργειά μου με σταμάτησε από το να κάνω το σωστό. Πάλι. Αλλά αν ο Τάιλερ έχανε την ευκαιρία του τώρα και την ερχόταν σε επαφή μαζί της αργότερα, πως θα γνώριζα το αποτέλεσμα; Ξεκίνησα το αυτοκίνητό μου και σταμάτησα στην μέση του μικρού περάσματος, μπλοκάροντάς της την έξοδο. Ο Έμετ και οι άλλοι ήταν στον δρόμο, αλλά τους είχε περιγράψει την περίεργή μου συμπεριφορά, και περπατούσαν αργά καθώς με παρατηρούσαν προσπαθώντας να καταλάβουν τι έκανα.
Έβλεπα το κορίτσι στον καθρέφτη. Κοιτούσε με μίσος προς το αυτοκίνητό μου χωρίς να συναντήσει το βλέμμα μου, με έκφραση που έδειχνε σαν να ευχόταν να οδηγούσε ένα τανκ παρά το παλιό της φορτηγό.
Ο Τάιλερ πήγε βιαστικά στο αυτοκίνητό του, ευγνώμων για την ανεξήγητη συμπεριφορά μου. Κουνούσε τα χέρια του στην Μπέλλα προσπαθώντας να την κάνει να τον προσέξει. Περίμενε για μια στιγμή και βγήκε από το αυτοκίνητό του. Έφτασε στο φορτηγό της και χτύπησε ελαφρά το παράθυρο της.
Αναπήδησε και τον κοίταξε μπερδεμένη. Μετά από ένα δευτερόλεπτο, κατέβασε το τζάμι με δυσκολία.
«Λυπάμαι Τάιλερ,» είπε με νευριασμένη φωνή. «Έχω κολλήσει πίσω από τον Κάλεν.»
Είπε το επώνυμο μου με σκληρή φωνή-ήταν ακόμα θυμωμένη μαζί μου.
«Α, το ξέρω,» είπε ο Τάιλερ χωρίς να έχει αποθαρρυνθεί από τα κέφια της. «Απλά ήθελα να σε ρωτήσω κάτι μιας και είμαστε παγιδευμένοι εδώ.»
Το χαμόγελό του ήταν φαντασμένο.
Χάρηκα από το βλέμμα που του έριξε αφού κατάλαβε τι εννοούσε.
«Θα μου ζητήσεις να πάμε στον ανοιξιάτικο χορό;» Ρώτησε χωρίς να σκέφτεται την απόρριψη.
«Δεν θα βρίσκομαι στην πόλη Τάιλερ,» του είπε με ευδιάκριτη ενόχληση στην φωνή της.
«Ναι, το είπε ο Μάικ.»
«Τότε γιατί-;» ξεκίνησε να τον ρωτήσει.
Ανασήκωσε τους ώμους του. «Έλπιζα ότι απλά τον απέρριπτες ομαλά.»
Τα μάτια της γυάλισαν και μετά πάγωσαν. «Λυπάμαι Τάιλερ,» είπε χωρίς να ακούγεται πως λυπάται καθόλου. «Πραγματικά θα είμαι εκτός πόλης.»
Δέχτηκε την δικαιολογία, χωρίς να πληγωθεί ο εγωισμός του. «Εντάξει. Έχουμε ακόμα τον χορό.»
Πήγε πίσω στο αυτοκίνητό του.
Καλά έκανα και περίμενα για αυτό.


Η τρομοκρατημένη έκφραση στο πρόσωπό της ήταν ανεκτίμητη. Μου έλεγε αυτό που δεν θα έπρεπε να θέλω να μάθω τόσο απελπισμένα-ότι δεν ένιωθε τίποτα για όλα αυτά τα αγόρια που την ήθελαν.
Επίσης, η έκφραση της μπορεί να ήταν και το πιο αστείο πράγμα που είχα δει ποτέ.
Τότε έφτασε η οικογένεια μου, μπερδεμένη από το γεγονός ότι , για αλλαγή, γελούσα αντί να κοιτάω τα πάντα με δολοφονικό βλέμμα.
Τι είναι τόσο αστείο; Ήθελε να μάθει ο Έμετ.
Απλά κούνησα το κεφάλι μου καθώς ξαναγέλασα μόλις η Μπέλλα ξεκίνησε την μηχανή του αυτοκινήτου με δύναμη. Φαινόταν σαν να ευχόταν για ένα τανκ πάλι.
«Πάμε!» είπε ανυπόμονα η Ρόζαλι. «Σταμάτα να κάνεις τον ηλίθιο. Αν μπορείς.»
Τα λόγια της δεν με ενόχλησαν-διασκέδαζα πολύ. Αλλά έκανα όπως μου ζήτησε.
Κανείς δεν μου μίλησε στον γυρισμό. Συνέχισα να χαχανίζω που και που καθώς σκεφτόμουν την έκφραση της Μπέλλα. Καθώς φτάναμε-και ανέβασα ταχύτητα μιας και δεν υπήρχαν μάρτυρες-η Άλις χάλασε την διάθεση μου.
«Οπότε, μπορώ να μιλήσω στην Μπέλλα τώρα;» Ρώτησε ξαφνικά, χωρίς να σκεφτεί τα λόγια για να μου δώσει κάποια προειδοποίηση.
«Όχι.» Είπα κοφτά.
«Δεν είναι δίκαιο. Τι περιμένω;»
«Δεν έχω αποφασίσει τίποτα ακόμα, Άλις.»
«Ότι πεις Έντουαρντ.»
Στο μυαλό της, οι δυο πιθανότητες για την Μπέλλα ήταν πάλι ξεκάθαρες.
«Ποιος ο λόγος να την γνωρίσω;» Είπα. «Αφού απλά θα την σκοτώσω;»
Η Άλις δίστασε για ένα δευτερόλεπτο. «Έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε.
Έστριψα, και σταμάτησα σε απόσταση ενός εκατοστού, από τον τοίχο του γκαράζ.
«Διασκέδασε το τρέξιμό σου.» Είπε η Ρόζαλι, καθώς έβγαινα από το αυτοκίνητο.
Αλλά δεν πήγα να τρέξω σήμερα. Αντί αυτού, πήγα για κυνήγι.
Οι άλλοι είχαν προγραμματίσει να πάνε αύριο, αλλά δεν με έπαιρνε να είμαι διψασμένος τώρα. Το παράκανα, ήπια περισσότερο από όσο χρειαζόταν, φούσκωσα τον εαυτό μου πάλι-μια μικρή αγέλη ελαφιών και μια μαύρη αρκούδα που συνάντησα καταλάθος. Είχα γεμίσει τόσο που ήταν άβολο. Γιατί όμως αυτό δεν θα ήταν αρκετό; Γιατί έπρεπε η οσμή της να είναι τόσο πιο δυνατή από οτιδήποτε άλλο;
Κυνήγησα προετοιμάζοντας τον εαυτό μου για την επόμενη μέρα, αλλά, όταν δεν μπορούσα να κυνηγήσω άλλο και ο ήλιος είχε ώρες ακόμα για να ανατείλει, ήξερα πως η επόμενη μέρα δεν θα έφτανε αρκετά γρήγορα.
Ένιωθα και πάλι ανεβασμένος στην σκέψη ότι θα έβλεπα το κορίτσι.
Μάλωνα με τον εαυτό μου κατά την επιστροφή μου στο Φόρκς, αλλά ο λιγότερο ευγενής εαυτός μου νίκησε και προχώρησα στο αδικαιολόγητο σχέδιο μου. Το τέρας ήταν ανήσυχο, αλλά ταϊσμένο. Ήξερα ότι θα κρατούσα απόσταση από αυτήν. Ήθελα απλά να δω που ήταν. Ήθελα απλά να δω το πρόσωπό της.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, και το σπίτι της Μπέλλα ήταν σκοτεινό και ήσυχο. Το φορτηγό της ήταν παρκαρισμένο δίπλα στο περιπολικό του πατέρα της. Δεν υπήρχαν συνειδητές σκέψεις στην γειτονιά. Κοίταξα το σπίτι για μια στιγμή από την μαυρίλα του ανατολικού δάσους. Η μπροστινή πόρτα μάλλον θα ήταν κλειδωμένη-δεν θα ήταν πρόβλημα μόνο που δεν ήθελα να αφήσω μια σπασμένη πόρτα ως απόδειξη. Αποφάσισα να δοκιμάσω το παράθυρο στον πάνω όροφο πρώτα. Δεν έβαζε πολύς κόσμος κλειδαριές στα παράθυρα.
Διέσχισα το γρασίδι και κοίταξα το σπίτι για μισό δευτερόλεπτο. Κρεμάστηκα από το δέντρο, κοίταξα μέσα στο τζάμι και μου κόπηκε η ανάσα.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 22
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 5.Προσκλήσεις   Παρ 14 Αυγ 2009 - 20:16

Ήταν το δωμάτιό της. Μπορούσα να την δω στο μικρό της μονό κρεβάτι, τα σκεπάσματα στο πάτωμα και το σεντόνι μπλεγμένο στα πόδια της. Καθώς την έβλεπα έφερε το ένα χέρι πάνω από το κεφάλι της. Δεν κοιμόταν ήσυχα, τουλάχιστον όχι αυτό το βράδυ. Διαισθανόταν τον κίνδυνο;
Ήμουν αηδιασμένος με τον εαυτό μου καθώς την έβλεπα. Ήμουν καλύτερος από κανέναν ματάκια; Δεν ήμουν καλύτερος. Ήμουν πολύ, πολύ χειρότερος.
Χαλάρωσα τα δάχτυλα μου, έτοιμος να κατέβω. Αλλά πρώτα επέτρεψα στον εαυτό μου να ρίξω μια τελευταία ματιά στο πρόσωπό της.
Δεν ήταν γαλήνιο. Υπήρχε εκείνη η ρυτίδα ανησυχίας στο μέτωπό της. Τα χείλη της έτρεμαν και άνοιξαν.
«Εντάξει μαμά,» μουρμούρισε.
Η Μπέλλα μιλούσε στον ύπνο της.
Η περιέργεια με έκαιγε, υπερνικώντας την αηδία που ένιωθα για τον εαυτό μου. Ο δελεασμός αυτών των απροστάτευτων, ασυνείδητων σκέψεων ήταν καθαρός πειρασμός.
Προσπάθησα το παράθυρο και δεν ήταν κλειδωμένο, αν και κολλούσε λόγω του ότι είχε καιρό να χρησιμοποιηθεί. Το άνοιξα σιγά-σιγά, μορφάζοντας κάθε φορά που έκανε τον παραμικρό ήχο. Θα έπρεπε να βρω λάδι για την επόμενη φορά.
Την επόμενη φορά; Κούνησα το κεφάλι μου αηδιασμένος πάλι.
Μπήκα σιωπηλά μέσα από το μισάνοιχτο παράθυρο.
Το δωμάτιό της ήταν μικρό-αδιοργάνωτο αλλά όχι ακατάστατο. Υπήρχαν στοίβες βιβλίων δίπλα στο κρεβάτι της, και CD σκορπισμένα γύρω από το φτηνό της CD player. Υπήρχαν χαρτιά γύρω από τον υπολογιστή της. Μερικά ζευγάρια παπουτσιών σκορπισμένα στο πάτωμα.
Ήθελα πολύ να πάω να διαβάσω τους τίτλους των βιβλίων και των CD της, αλλά υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα κρατούσα απόσταση, οπότε πήγα και κάθισα στην κουνιστή καρέκλα στην απέναντι γωνία του δωματίου.
Πραγματικά, την είχα θεωρήσει κοινή; Σκέφτηκα εκείνη την πρώτη μέρα και την αηδία μου για τα αγόρια μου κόλλησαν αμέσως μαζί της. Αλλά όταν έβλεπα τώρα το πρόσωπό της τώρα στις σκέψεις τους, δεν καταλάβαινα πως δεν την θεώρησα αμέσως όμορφη. Ήταν κάτι το προφανές.
Αυτή τη στιγμή-με τα σκούρα μαλλιά της μπλεγμένα στο χλωμό πρόσωπό της, φορώντας ένα μπλουζάκι γεμάτο τρύπες με ένα ζευγάρι ταλαιπωρημένες φόρμες, τα χαρακτηριστικά της ήρεμα και τα γεμάτα της χείλη ελαφρώς ανοιχτά-μου έκοβε την ανάσα. Ή θα μου την έκοβε αν ανέπνεα, σκέφτηκα.
Δεν μίλησε. Ίσως να είχε τελειώσει το όνειρό της.
Κοίταξα το πρόσωπό της και προσπάθησα να σκεφτώ κάποιον τρόπο να κάνω το μέλλον υποφερτό.
Το να την πληγώσω δεν ήταν υποφερτό. Αυτό σήμαινε πως η μόνη μου επιλογή ήταν να την αφήσω πάλι;
Οι άλλοι δεν μπορούσαν να μαλώσουν μαζί μου τώρα. Η απουσία μου δεν θα έβαζε κανέναν σε κίνδυνο. Δεν θα υπήρχε υποψία, τίποτα που θα έκανε κανέναν να σκεφτεί το ατύχημα.
Ταλαντευόμουν πάλι, καθώς τίποτα δεν φαινόταν δυνατό.


Δεν μπορούσα να ελπίζω να νικήσω τα ανθρώπινα αγόρια, είτε της άρεσαν είτε όχι. Ήμουν ένα τέρας. Πως θα μπορούσε να με δει ως οτιδήποτε άλλο; Αν ήξερε την αλήθεια για εμένα, θα την τρόμαζε και θα την απωθούσε. Όπως τα θύματα στα θρίλερ, θα έτρεχε τσιρίζοντας με τρόμο.
Θυμήθηκα την πρώτη μέρα στην Βιολογία… και σκέφτηκα ότι αυτή θα ήταν η αντίδρασή της.
Ήταν χαζό να φαντάζομαι πως αν την είχα καλέσει εγώ στον χορό θα ακύρωνε τα βιαστικά της σχέδια και θα συμφωνούσε να πάει με εμένα.
Δεν ήμουν αυτός που προοριζόταν να πει ναι. Ήταν κάποιος άλλος, κάποιος ανθρωπινός και ζεστός. Και εγώ δεν θα άφηνα τον εαυτό μου-όταν κάποια μέρα θα έλεγε εαυτό το ναι-να τον κυνηγήσω και να τον σκοτώσω επειδή θα τον άξιζε, όποιος και αν θα ήταν. Άξιζε ευτυχία και αγάπη με οποιονδήποτε θα διάλεγε αυτή.
Της το χρωστούσα να κανω το σωστό τώρα. Δεν μπορούσα πια να υποκρίνομαι πως ήμουν μόνο σε κίνδυνο να ερωτευτώ αυτό το κορίτσι.
Έτσι και αλλιώς, δεν είχε πραγματικά σημασία αν έφευγα, επειδή η Μπέλλα δεν θα με έβλεπε ποτέ με τον τρόπο που ευχόμουν. Ποτέ δεν θα με έβλεπε ως κάποιον άξιο αγάπης.
Ποτέ.
Μπορούσε μια νεκρή, παγωμένη καρδιά να σπάσει; Ένιωθα πως η δικιά μου μπορούσε.
«Έντουαρντ,» είπε η Μπέλλα.
Πάγωσα, κοιτώντας τα κλειστά της μάτια.
Είχε ξυπνήσει και με έπιασε; Φαινόταν να κοιμάται, αλλά η φωνή της ήταν τόσο καθαρή…
Αναστέναξε ένα ήσυχο αναστέναγμα και γύρισε στο πλευρό της-ακόμα κοιμόταν και ονειρευόταν.
«Έντουαρντ,» μουρμούρισε μαλακά.
Ονειρευόταν εμένα.
Μπορούσε μια νεκρή, παγωμένη καρδιά να ξαναχτυπήσει; Ένιωθα πως η δικά μου μπορούσε.
«Μείνε,» αναστέναξε. «Μην φύγεις. Σε παρακαλώ… μην φύγεις.»
Με ονειρευόταν και δεν ήταν καν εφιάλτης
Ήθελε να μείνω μαζί της, εκεί στο όνειρό της.
Προσπάθησα να βρω τις λέξεις που θα σχημάτιζαν τα συναισθήματα που με πλημμύρησαν, αλλά δεν είχα αρκετά δυνατές λέξεις για να τα κρατήσουν. Για μια μεγάλη στιγμή πνιγόμουν σε αυτά.
Όταν βγήκα στην επιφάνεια, δεν ήμουν ο ίδιος που ήμουν πριν.
Η ζωή μου ήταν ατελείωτα, αδιάλλακτα μεσάνυχτα. Πάντα ήταν μεσάνυχτα για εμένα. Οπότε, πως ήταν δυνατόν ο ήλιος να ανατέλλει τώρα στα μεσάνυχτά μου;
Όταν έγινα βρικόλακας, αντάλλαξα την ψυχή μου και την θνητότητα μου για την αθανασία, μέσα από τον αβάσταχτο πόνο της μεταμόρφωσής μου. Είχα παγώσει πραγματικά. Το σώμα μου είχε μεταμορφωθεί σε κάτι πιο κοντά σε βράχο παρά σάρκα, ανθεκτικό και απαράλλαχτο. Και εγώ πάγωσα-η προσωπικότητά μου, αυτά που μου άρεσαν και όχι, τα κέφια μου και οι πόθοι μου, όλα πάγωσαν στην θέση που βρίσκονταν.
Ήταν το ίδιο με όλους. Όλοι παγώσαμε.
Όταν συνέβαινε αλλαγή σε κάποιον, ήταν σπάνια και μόνιμη. Το είχα δει να συμβαίνει στον Καρλάιλ, και μετά από μια δεκαετία αργότερα στην Ρόζαλι. Η αγάπη τους άλλαξε εσωτερικά με έναν τρόπο που δεν έσβησε ποτέ. Πάνω από ογδόντα χρόνια πέρασαν από τότε που ο Καρλάιλ βρήκε την Εσμέ, αλλά πάλι την κοιτούσε με το βλέμμα της πρώτης αγάπης. Θα ήταν πάντα έτσι για αυτούς.
Θα ήταν πάντα έτσι και για εμένα. Θα αγαπούσα πάντα αυτό το εύθραυστο κορίτσι για το υπόλοιπο της ατελείωτης ύπαρξης μου.
Κοίταξα το ασυνείδητο πρόσωπό της, νιώθοντας την αγάπη για αυτήν σε κάθε χιλιοστό του σώματός μου.
Κοιμόταν πιο γαλήνια τώρα, ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη της.
Πάντα κοιτώντας την, άρχισα να σχεδιάζω.


Την αγαπούσα για αυτό θα προσπαθούσα να είμαι αρκετά δυνατός να την αφήσω. Ήξερα πως αυτή τη στιγμή δεν ήμουν αρκετά δυνατός. Αλλά θα προσπαθούσα. Ίσως όμως να ήμουν αρκετά δυνατός να αλλάξω το μέλλον με άλλον τρόπο.
Η Άλις είχε δει μόνο δυο πιθανότητες για την Μπέλλα και τώρα τις καταλάβαινα και τις δυο.
Το ότι την αγαπούσα δεν θα με σταματούσε από το να την σκοτώσω, αν επέτρεπα στον εαυτό μου να κάνει λάθη.
Αν και αυτήν την στιγμή δεν έβρισκα το τέρας, δεν βρισκόταν μέσα μου. Ίσως η αγάπη να το σιώπησε για πάντα. Αν την σκότωνα τώρα δεν θα ήταν επίτηδες, απλά ένα τρομερό ατύχημα.
Θα ήμουν υπερβολικά προσεκτικός. Θα έλεγχα την κάθε μου ανάσα. Θα κρατούσα πάντα μια προσεκτική απόσταση.
Δεν θα έκανα λάθη.
Και τελικά κατάλαβα και τη δεύτερη πιθανότητα. Ήμουν αποσβολωμένος από εκείνο το όραμα-τι θα μπορούσε να συμβεί με αποτέλεσμα η Μπέλλα να γίνει φυλακισμένη σε αυτή την αθάνατη μισή-ζωή; Τώρα-κυριευμένος από την επιθυμία μου για το κορίτσι-καταλάβαινα πως, με ασυγχώρητο εγωισμό, μπορεί να ζητούσα από τον πατέρα μου αυτήν την χάρη. Να του ζητήσω να πάρει την ζωή και την ψυχή της για να την κρατήσω για πάντα.
Άξιζε περισσότερα.
Αλλά είδα άλλη μια πιθανότητα, ένα λεπτό σύρμα που ίσως θα μπορούσα να διασχίσω, αν κρατούσα την ισορροπία μου.
Μπορούσα να το κάνω; Να είμαι μαζί της και να την αφήσω άνθρωπο;
Επίτηδες πήρα μια βαθιά ανάσα, και μετά άλλη μια, αφήνοντας την οσμή της να με κάψει. Το δωμάτιο της ήταν γεμάτο από το άρωμά της. Η μυρωδιά της βρισκόταν πάνω σε κάθε επιφάνεια. Το κεφάλι μου γύριζε αλλά το σταμάτησα. Θα έπρεπε να το συνηθίσω αυτό αν θα προσπαθούσα να έχω οποιαδήποτε σχέση μαζί της. Πήρα άλλη μια βαθιά ανάσα, που με έκαιγε. Την έβλεπα να κοιμάται μέχρι που ο ήλιος αΤην έβλεπα να κοιμάται μέχρι που ο ήλιος ανέτειλε, σχεδιάζοντας και αναπνέοντας.
Έφτασα σπίτι αφού οι άλλοι έφυγαν για σχολείο. Άλλαξα γρήγορα αποφεύγοντας το απορημένο βλέμμα της Εσμέ. Είδε το πρόσωπό μου να λάμπει και ένιωθε ανησυχία και ανακούφιση. Η μακρόχρονη μελαγχολία μου την πονούσε και χαιρόταν που φαινόταν πως την ξεπέρασα.
Έτρεξα στο σχολείο φτάνοντας λίγα δευτερόλεπτα μετά τα αδέρφια μου. Δεν γύρισαν αν και η Άλις μάλλον θα ήξερε ότι στεκόμουν δίπλα στο δάσος. Περίμενα να μην κοιτάει κανείς και προχώρησα από τα δέντρα στο παρκινγκ.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 22
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 5.Προσκλήσεις   Παρ 14 Αυγ 2009 - 20:17

Άκουσα το φορτηγό της Μπέλλα στην γωνία και σταμάτησα πίσω από ένα άλλο όχημα από όπου έβλεπα χωρίς να με προσέξουν.
Μπήκε στο παρκινγκ κοιτώντας το αυτοκίνητό μου πριν παρκάρει στην πιο απόμακρη θέση, με μια γκριμάτσα στο πρόσωπό της.
Ήταν παράξενο να θυμηθώ ότι μάλλον ήταν ακόμα θυμωμένη μαζί μου και με καλό λόγο.
Ήθελα να γελάσω με τον εαυτό μου-ή να κλωτσήσω τον εαυτό μου. Όλα μου τα σχέδια μου ήταν τελείως άσκοπα αν δεν νοιαζόταν κι αυτή για εμένα, έτσι; Το όνειρό της μπορεί να ήταν για κάτι τελείως τυχαίο. Ήμουν τόσο αλαζόνας..
Βασικά ήταν καλύτερα αν δεν νοιαζόταν για εμένα. Δεν θα με σταματούσε από το να την διεκδικήσω, απλά θα είχε μια προειδοποίηση. Αυτό τουλάχιστον της το χρωστούσα.
Προχώρησα σιωπηλά, αναρωτώμενος ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να την πλησιάσω.
Με διευκόλυνε. Της έπεσε το κλειδί μέσα από τα δάχτυλα ,καθώς έβγαινε από το φορτηγό, σε μια λακκούβα νερό.
Έσκυψε να το πάρει, αλλά την πρόλαβα, πριν καν βάλει τα δάχτυλά της στο κρύο νερό.
Έγειρα στο φορτηγό καθώς με κοίταξε και σηκώθηκε.
«Πως το κάνεις αυτό;» Απαίτησε.
Ναι, ήταν ακόμα θυμωμένη.
Της πρόσφερα το κλειδί. «Πως κάνω ποιό;»
Άπλωσε το χέρι της και άφησα το κλειδί να πέσει στην παλάμη της. Πήρα μια βαθιά ανάσα, συνηθίζοντας την οσμή της.
«Το να εμφανίζεσαι από το πουθενά,» διευκρίνισε.
«Μπέλλα, δεν φταίω εγώ που δεν είσαι παρατηρητική.» Τα λόγια ήταν αντιθετικά, σχεδόν αστεία. Υπήρχε τίποτα που δεν πρόσεχε;
Άκουσε πως η φωνή μου τύλιξε το όνομά της σαν ένα απαλό άγγιγμα;
Με κοίταξε χωρίς να εκτιμά το χιούμορ μου. Ο παλμός της αυξήθηκε-από θυμό; Από φόβο; Μετά από μια στιγμή, κοίταξε κάτω.


«Προς τι η κίνηση χθες;» Ρώτησε χωρίς να συναντήσει το βλέμμα μου. «Νόμιζα πως απλά υποκρινόσουν πως δεν υπάρχω, όχι ότι προσπαθούσες να μου την σπάσεις μέχρι θανάτου.»
Ήταν ακόμα πολύ θυμωμένη. Θα χρειαζόταν προσπάθεια για να βελτιώσω την κατάσταση. Θυμήθηκα την υπόσχεσή μου να είμαι ειλικρινής μαζί της…
«Ήταν για χάρη του Τάιλερ, όχι για μένα. Έπρεπε να του δώσω την ευκαιρία του.» Και μετά γέλασα. Δεν μπορούσα να μην σκεφτώ την έκφρασή της.
«Εσύ-» αναφώνησε, και σταμάτησε, καθώς ήταν πολύ θυμωμένη για να συνεχίσει. Να το-η ίδια έκφραση. Έπνιξα άλλο ένα γέλιο. Ήταν αρκετά θυμωμένη όπως είχε η κατάσταση.
«Και δεν υποκρίνομαι πως δεν υπάρχεις,» τελείωσα. Ήταν σωστό που κρατούσα την συζήτηση ελαφριά και αστεία. Δεν θα καταλάβαινε αν την άφηνα να δει πως ένιωθα πραγματικά. Θα την τρόμαζα. Έπρεπε να ελέγξω τα συναισθήματά μου, να κρατήσω ευχάριστη την κατάσταση…
«Οπότε προσπαθείς να μου την σπάσεις μέχρι θανάτου; Μιας και το βαν του Τάιλερ δεν τα κατάφερε;»
Με διαπέρασε θυμός. Το πίστευε πραγματικά;
Δεν ήταν λογικό που ήμουν τόσο προσβεβλημένος-δεν γνώριζε για την αλλαγή μου το προηγούμενο βράδυ. Αλλά παρόλα αυτά θύμωσα.
«Μπέλλα είσαι τελείως παράλογη,» είπα κοφτά.
Το πρόσωπό της κοκκίνισε και μου γύρισε τη πλάτη. Άρχισε να απομακρύνεται.
Τύψεις. Ο θυμός μου δεν ήταν δικαιολογημένος.
«Περίμενε,» παρακάλεσα.
Δεν σταμάτησε, οπότε την ακολούθησα.
«Συγνώμη, αυτό ήταν αγενές. Δεν λέω ότι δεν είναι αλήθεια»-ήταν παράλογο να φανταστώ πως μπορεί να ήθελα το κακό της-«αλλά ήταν αγένεια που το είπα.»
«Γιατί δεν με αφήνεις ήσυχη;»
Πίστεψε με, ήθελα να της πω. Έχω προσπαθήσει.
Α, και επίσης είμαι τρελά ερωτευμένος μαζί σου.
Κράτα την κατάσταση ελαφριά.
«Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι με αποσυντόνισες.» Μόλις μου ήρθε μια ιδέα και γέλασα.

«Έχεις πρόβλημα πολλαπλής προσωπικότητας;» Ρώτησε.
Έτσι θα φαινόταν. Τα κέφια μου ήταν παράξενα, τελευταία. Τόσα καινούρια συναισθήματα με περνούσαν.
«Το κάνεις πάλι,» διευκρίνισα.
Αναστέναξε. «Εντάξει τότε. Τι Θέλεις να με ρωτήσεις;»
«Αναρωτιόμουν αν, σε μια εβδομάδα από το Σάββατο..» είδα το σοκ στο πρόσωπό της και έπνιξα άλλο ένα γέλιο. «Ξέρεις, την μέρα του ανοιξιάτικού χορού-»
Με έκοψε, επιτέλους συναντώντας το βλέμμα μου. «Προσπαθείς να φανείς αστείος;»
Ναι. «Θα με αφήσεις να τελειώσω;»
Περίμενε σιωπηλά, δαγκώνοντας το κάτω της χείλος.
Αυτό με αποσυντόνισε για ένα δευτερόλεπτο. Παράξενες, ασυνήθιστες αντιδράσεις ξεσηκώθηκαν στον ξεχασμένο ανθρωπινό μου πυρήνα. Προσπάθησα να τις διώξω για να παίξω τον ρόλο μου.
«Σε άκουσα να λες ότι θα πάς στο Σηάτλ εκείνη τη μέρα και αναρωτιόμουν αν ήθελες κάποιον να σε πάει;» προσφέρθηκα. Συνειδητοποίησα ότι καλύτερα από το να την ρωτήσω για τα σχέδια της θα ήταν να τα μοιραστώ.
Με κοίταξε κενά. «Τι;»
«Χρειάζεσαι κάποιον να σε πάει;»
«Σαν ποιόν;» ρώτησε με ένα απορημένο βλέμμα.
«Εγώ προφανώς,» είπα αργά.
«Γιατί;»
Ήταν τόσο παράξενο το να θέλω την παρέα της; Θα έπρεπε να συμπέρανε τα χειρότερα από την συμπεριφορά μου.
«Βασικά,» είπα όσο πιο χαλαρά γινόταν. «Σχεδίαζα να πάω στο Σηάτλ κάποια στιγμή μέσα στις επόμενες εβδομάδες, και, για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι σίγουρος αν θα τα καταφέρει το φορτηγό σου.» Φαινόταν πιο ασφαλές να την πειράζω από το να είμαι σοβαρός μαζί της.
Δεν είπε πει ακριβώς όχι, οπότε το χρησιμοποίησα ως προτέρημα.
Θα έλεγε όχι; Τι θα έκανα αν γινόταν αυτό;
«Αλλά θα τα καταφέρει χωρίς στάση για βενζίνη;»
«Δεν καταλαβαίνω πως έχει καμία σχέση με εσένα αυτό,» μουρμούρισε.
Πάλι δεν είπε όχι. Και οι παλμοί της αυξήθηκαν, η αναπνοή της τάχυνε.
«Η σπατάλη ενέργειας μας αφορά όλους.»
«Ειλικρινά Έντουαρντ, δεν μπορώ να σε καταλάβω. Νόμιζα πως δεν ήθελες να είμαστε φίλοι.»
Με διαπέρασε ένα ρίγος καθώς είπε το όνομά μου.
Πώς μπορούσα να κρατήσω την συζήτηση, ευχάριστη και ειλικρινής συγχρόνως; Ήταν πιο σημαντική η ειλικρίνεια. Ειδικά αυτή την στιγμή.
«Είπα ότι θα ήταν καλύτερα αν δεν ήμασταν φίλοι, όχι ότι δεν ήθελα.»
«Α, ευχαριστώ, τώρα ξεκαθάρισαν όλα,» είπε σαρκαστικά.


Σταμάτησε, κάτω από την σκεπή της καφετέριας και συνάντησε πάλι το βλέμμα μου. Οι παλμοί της καρδιάς της ήταν άρρυθμοι. Φοβόταν;
Διάλεξα προσεκτικά τις λέξεις μου. Όχι, δεν μπορούσα να την αφήσω, αλλά ίσως αυτή να ήταν αρκετά έξυπνη να αφήσει εμένα, πριν να είναι αργά.
«Θα ήταν πιο… συνετό για εσένα να μην είσαι φίλη μου.» Κοιτάζοντας μέσα στα βαθιά, σοκολατί της μάτια, έχασα κάθε μου επαφή με το φως. «Αλλά κουράστηκα να προσπαθώ να μένω μακριά σου, Μπέλλα.» Οι λέξεις μου έκαιγαν.
Η αναπνοή της σταμάτησε, και το δευτερόλεπτο που της πήρε για να ξαναρχίσει, ανησύχησα. Πόσο την φόβισα; Θα μάθαινα.
«Θα έρθεις μαζί μου στο Σηάτλ;» Απαίτησα στα ίσια.
Έγνεψε, η καρδιά της πετάριζε.
Και τότε με χτύπησε η συνείδησή μου. Αυτό τι θα της κόστιζε;
«Πραγματικά θα έπρεπε να μείνεις μακριά μου,» την προειδοποίησα. Με άκουσε; Θα δραπέτευε από το μέλλον με το οποίο την απειλούσα; Μπορούσα να κάνω τίποτα για να την σώσω από εμένα;
Κράτα την συζήτηση ευχάριστη, φώναξα στον εαυτό μου. «Θα σε δω στο μάθημα.»
Έπρεπε να σταματήσω τον εαυτό μου από το να τρέξει καθώς απομακρυνόμουν.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
 
5.Προσκλήσεις
Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
edward-bella-jakob :: Midnight Sun Το Λυκόφως απο τη μερια του Εντουαρντ-
Μετάβαση σε: