Αμα είστε twilight φαν οι πόρτες του φόρουμ είναι ανοιχτές για εσάς!!!!!
 
ΦόρουμΠόρταλΗμερολόγιοΕικονοθήκηΣυχνές ΕρωτήσειςΑναζήτησηΚατάλογος ΜελώνΟμάδες ΜελώνΕγγραφήΣύνδεση
Αναζήτηση
 
 

Αποτελέσματα Αναζήτησης
 
Rechercher Σύνθετη Αναζήτηση
Πρόσφατα Θέματα
» σωστο-λαθος
Κυρ 27 Δεκ 2009 - 22:31 από patrick

» ερώτιση.
Κυρ 27 Δεκ 2009 - 22:31 από patrick

» Εσεις ποσες φορες εχετε δει το Twilight?
Κυρ 27 Δεκ 2009 - 22:24 από patrick

» Coffee time
Κυρ 27 Δεκ 2009 - 22:21 από patrick

» Τι είμαι??????
Παρ 11 Δεκ 2009 - 20:32 από eilin

» ποια ηταν η πρωτη σας σκεψη οταν ακουσατε γι αυτην τη ταινια?
Παρ 11 Δεκ 2009 - 14:42 από eilin

» Renesmee το αγγελικό παιδάκι
Παρ 11 Δεκ 2009 - 14:36 από eilin

» αγαπημενη σκηνη απο το βιβλιο
Παρ 11 Δεκ 2009 - 14:30 από eilin

» αγαπημενη σκηνη απο το βιβλιο
Παρ 11 Δεκ 2009 - 14:27 από eilin

Πλοήγηση
 Πόρταλ
 Ευρετήριο
 Κατάλογος Μελών
 Προφίλ
 Συχνές Ερωτήσεις
 Αναζήτηση
Δημόσια συζήτηση
Affiliates
free forum


Μοιραστείτε | 
 

 10. Θεωρία

Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 21
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: 10. Θεωρία   Παρ 14 Αυγ 2009 - 21:07

«Μπορώ να κάνω άλλη μια ερώτηση?» Είπε αντί να απαντήσει στην απαίτηση μου.
Ήμουν αγχωμένος, στα όριά μου, έτοιμος για τα χειρότερα. Κι όμως ήταν δελεαστικό να αργήσω την στιγμή που θα ερχόταν. Αναστέναξα στο δίλημμα και είπα, «Μια.»
«Λοιπόν…,» δίστασε για μια στιγμή σαν να αποφάσιζε ποια ερώτηση να κάνει. «Είπες ότι ήξερες ότι δεν είχα μπει στο βιβλιοπωλείο και ότι είχα πάει νότια. Αναρωτιόμουν πως το ήξερες αυτό.»
Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ήταν άλλη μια ερώτηση που δεν αποκάλυπτε τίποτα από τις σκέψεις τις αλλά εμένα με άφηνε εκτεθειμένο.
«Νόμιζα πως περάσαμε το σημείο που αποφεύγεις τις ερωτήσεις μου,» είπε με τόνο αποδοκιμαστικό και απογοητευμένο.
Τι ειρωνικό. Χωρίς να το προσπαθεί, η ίδια απέφευγε την δική μου ερώτηση.
Ήθελε να είμαι ευθύς. Και αυτή η συζήτηση δεν θα έβγαινε σε καλό, έτσι και αλλιώς.
«Εντάξει τότε,» είπα. «Ακολούθησα την οσμή σου.»
Ήθελα να δω το πρόσωπό της, αλλά φοβόμουν τι θα αντίκριζα. Αντί αυτού, άκουγα την αναπνοή της να επιταχύνει και να σταθεροποιείται. Μίλησε μετά από μια στιγμή, με φωνή πιο σταθερή από ότι περίμενα.
«Δεν απάντησες και άλλη μια ερώτηση μου…» Είπε.
Την κοίταξα μορφάζοντας. Και αυτή καθυστερούσε.
«Ποια?»
«Πως λειτούργει-αυτό που διαβάζεις σκέψεις?» Ρώτησε, επαναλαμβάνοντας την ερώτηση που είχε κάνει στο εστιατόριο. «Μπορείς να διαβάζεις οποιουδήποτε το μυαλό όπου και να είναι? Πως το κάνεις? Μπορούν και οι άλλοι από την οικογένειά σου…?» Ρώτησε, κοκκινίζοντας.
«Αυτό ήταν πάνω από μια ερώτηση,» είπα.
Απλά με κοίταξε, περιμένοντας τις απαντήσεις της.
Και γιατί να μην της έλεγα? Είχε ήδη μαντέψει τα περισσότερα, και ήταν ένα ευκολότερο θέμα από αυτό που πλησίαζε.
«Όχι, μόνο εγώ είμαι. Και δεν μπορώ να τους ακούσω όλου όπου κι αν είναι. Πρέπει να είμαι αρκετά κοντά. Όσο πιο οικεία είναι κάποιου… η «φωνή», τόσο πιο μακριά μπορώ να τους ακούσω. Αλλά και πάλι όχι μακρύτερα από μερικά μίλια.» Προσπάθησα να βρω κάποιον τρόπο να της εξηγήσω ώστε να καταλάβαινε. Μια αναλογία που θα κατανοούσε. «Είναι σαν να βρίσκεσαι σε έναν διάδρομο γεμάτο με ανθρώπους να μιλούν συγχρόνως. Είναι ένα μουρμουρητό-ένα βουητό από φωνές. Χρειάζεται να συγκεντρωθώ σε μια φωνή για να την ακούσω καθαρά. Τις περισσότερες φορές τις σβήνω όλες από το μυαλό μου-είναι ενοχλητικό. Και είναι πιο εύκολο να φανώ κανονικός,»- μόρφασα-«Όταν δεν απαντάω καταλάθος τις σκέψεις κάποιου, αντί αυτό που είπε.»
«Γιατί πιστεύεις, δεν μπορείς να ακούσεις εμένα?» Αναρωτήθηκε.
Της έδωσα άλλη μια αλήθεια και άλλη μια αναλογία.
«Δεν ξέρω,» παραδέχτηκα. «Το μόνο που μπορώ να μαντέψω είναι ότι ίσως το μυαλό σου να μην λειτουργεί σαν των υπολοίπων. Σαν να βρίσκονται οι σκέψεις σου σε συχνότητα ΑΜ και εγώ πιάνω μόνο FM.»
Συνειδητοποίησα πως δεν θα της άρεζε αυτή η αναλογία. Η ανυπομονησία για την αντίδραση της με έκανε να χαμογελάσω. Δεν με απογοήτευσε.
«Τα μυαλό μου δεν λειτουργεί σωστά?» Ρώτησε, η φωνή της ανέβηκε μια οκτάβα. «Είμαι φρικιό?»
Α, η ειρωνεία πάλι.
«Εγώ ακούω φωνές στο μυαλό μου και εσύ ανησυχείς πως εσύ είσαι το φρικιό?» Γέλασα. Καταλάβαινε όλα τα μικροπράγματα κι όμως τα μεγάλα τα κατανοούσε ανάποδα. Πάντα λάθος ένστικτο…
Η Μπέλλα δάγκωνε το χείλος της και υπήρχε μια ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια της, το βλέμμα της ήταν απλανές.
«Μην ανησυχείς,» την επιβεβαίωσα. «Είναι απλά μια θεωρία…» Και υπήρχε μια πιο σημαντική θεωρία να συζητηθεί. Ήθελα να τελειώνει. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ήταν σαν δανεισμένος χρόνος.
«Που μας φέρνει πίσω σε εσένα,» είπα, διχασμένος, ανυπόμονος και απαισιόδοξος.
Αναστέναξε, ακόμα δάγκωνε το χείλος της-ανησυχούσα πως θα αυτοτραυματιζόταν. Κοίταξε μέσα στα μάτια μου, το πρόσωπό της προβληματισμένο.
«Δεν περάσαμε το σημείο που αποφεύγεις τις ερωτήσεις μου?» Ρώτησα ήσυχα.
Κοίταξε κάτω, και φαινόταν πως είχε μια εσωτερική διαμάχη. Ξαφνικά πάγωσε και τα μάτια της γούρλωσαν. Φόβος εμφανίστηκε στο πρόσωπό της για πρώτη φορά.
«Παναγία μου!» Αναφώνησε.
Πανικοβλήθηκα, Τι είχε δει? Πως την τρόμαξα?
Τότε φώναξε, «Πήγαινε πιο αργά!»
«Τι τρέχει?» Δεν καταλάβαινα από πού ερχόταν αυτός ο τρόμος.
«Πηγαίνεις με εκατό χιλιόμετρα την ώρα!» Μου φώναξε. Κοίταξε έξω από το παράθυρο.
Αυτό το μικρό πράγμα, απλά η ταχύτητα, την έκανε να φωνάζει από φόβο?
Την κοίταξα ελαφρώς χλευαστικά. «Χαλάρωσε Μπέλλα.»
«Προσπαθείς να μας σκοτώσεις?» Απαίτησε με ψιλή, σφιγμένη φωνή.
«Δεν θα τρακάρουμε,» της υποσχέθηκα.
Πήρε μια βαθιά αναπνοή και μίλησε με πιο κανονική φωνή. «Γιατί βιάζεσαι τόσο?»
«Πάντα έτσι οδηγώ.»
Συνάντησα το βλέμμα της και διασκέδασα την έκπληκτη της έκφραση.
«Τα μάτια σου στον δρόμο!» Φώναξε.
«Ποτέ δε ήμουν σε ατύχημα, Μπέλλα. Ούτε κλήση δεν έχω πάρει.» Χαμογέλασα και ακούμπησα το μέτωπό μου. Ήταν ακόμα πιο κωμικό-το γεγονός ότι μπορούσα να κάνω αστεία για κάτι τόσο μυστικό και παράξενο. «Ενσωματωμένο ραντάρ.»
«Πολύ αστείο,» είπε σαρκαστικά, η φωνή της πιο φοβισμένη παρά θυμωμένη.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 21
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 10. Θεωρία   Παρ 14 Αυγ 2009 - 21:18

« Ο Τσάρλυ είναι αστυνομικός, θυμάσαι? Μεγάλωσα μαθαίνοντας να ακολουθώ τους νόμους οδικής κυκλοφορίας. Έτσι και αλλιώς, αν μας κάνεις λουκουμά Βόλβο γύρω από ένα δέντρο, εσύ μάλλον θα μπορούσες απλά να σηκωθείς και να φύγεις ανέγγιχτος.»
«Μάλλον,» επανέλαβα και γέλασα χωρίς χιούμορ. Ναι δεν θα είχαμε ίδια κατάληξη μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Είχε δίκιο που φοβόταν, παρά της ικανότητες μου στην οδήγηση… «Αλλά εσύ δεν θα μπορούσες.»
Με έναν αναστεναγμό, μείωσα την ταχύτητα. «Ευχαριστημένη?»
Κοίταξε το ταχύμετρο. «Σχεδόν.»
Και αυτό της φαινόταν γρήγορο? «Μισώ να οδηγώ αργά,» μουρμούρισα, αλλά μείωσα λίγο ακόμα την ταχύτητα.
«Αυτό είναι αργά?» Ρώτησε.
«Αρκετός σχολιασμός για την οδήγησή μου,» είπα ανυπόμονα. Πόσες φορές τώρα είχε αποφύγει την ερώτησή μου? Τρείς φορές? Τέσσερις? Οι εικασίες της ήταν τόσο άσχημες? Έπρεπε να μάθω αμέσως. «Ακόμα περιμένω για την τελευταία σου θεωρία.»
Δάγκωσε πάλι το χείλος της και η έκφραση της ήταν αναστατωμένη, σχεδόν σαν να πονούσε.
Έλεγξα την ανυπομονησία μου και μαλάκωσα την φωνή μου. Δεν ήθελα να την αγχώσω.
«δεν θα γελάσω,» υποσχέθηκα, και ευχόμουν να ήταν μόνο η ντροπή που την έκανε απρόθυμη να μιλήσει.
«Πιο πολύ φοβάμαι ότι θα θυμώσεις μαζί μου,» ψιθύρισε.
Προσπάθησα να ελέγξω την φωνή μου. «Τόσο άσχημο είναι?»
«Βασικά, ναι.»
Κοίταξε κάτω, αρνούμενη να συναντήσει το βλέμμα μου. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν.
«Άντε, ξεκίνα,» την ενθάρρυνα.
Η φωνή της ήταν χαμηλή. «Δεν ξέρω από πού να αρχίσω.»
«Γιατί δεν ξεκινάς από την αρχή?» Θυμήθηκα τα λόγια της στο εστιατόριο. «Είπες πως δεν το σκέφτηκες μόνη σου.»
«Όχι,» συμφώνησε και μετά ήταν πάλι σιωπηλή.
Σκέφτηκα πράγματα που μπορεί να την ενέπνευσαν. «Τι σε βοήθησα-ένα βιβλίο? Μια ταινία?»
Έπρεπε να είχα δει τις συλλογές της όταν δεν ήταν στο σπίτι. Δεν είχα ιδέα αν βρισκόταν στην στοίβα των βιβλίων της ο Μπράαμ Στόκερ ή η Αν Ράις…
«Όχι,» είπε πάλι. «Ήταν το Σάββατο στην παραλία.»
Αυτό δεν το περίμενα. Το τοπικό κουτσομπολιό ποτέ δεν ήταν τίποτε πολύ περίεργο ή πολύ ακριβές. Υπήρχε κάποια νέα φήμη που έχασα? Η Μπέλλα με είδε την έκπληξη στο πρόσωπό μου.
«Συνάντησα έναν παλιό οικογενειακό φίλο-τον Τζέικομπ Μπλάκ,» συνέχισε. «Ο μπαμπάς του και ο Τσάρλυ είναι φίλοι από τότε που ήμουν μωρό.»
Τζέικομπ Μπλάκ-το όνομα δεν ήταν οικείο, κι όμως μου θύμιζε κάτι… κάποια εποχή, στο παρελθόν… Κοίταξα έξω από το παράθυρο ψάχνοντας στις αναμνήσεις να βρω τον σύνδεσμο.
«Ο μπαμπάς του είναι ένας από της γηραιούς Κουίλγιουτ,» είπε.
Τζέικομπ Μπλάκ. Εφραίμ Μπλάκ. Απόγονος αναμφίβολα.
Δεν γινόταν χειρότερα.
Ήξερε την αλήθεια.
Το μυαλό μου πετούσε προς διάφορες κατευθύνσεις καθώς το αυτοκίνητο πετούσε γύρω από τις σκοτεινές στροφές του δρόμου, το σώμα μου παγωμένο από την αγωνία-ακίνητος εκτός από τις μικρές αυτόματες κινήσεις που χρειαζόντουσαν για να προχωράει το αυτοκίνητο.
Ήξερε την αλήθεια.
Αλλά… αν είχε μάθει την αλήθεια το Σάββατο… τότε το ήξερε όλο το απόγευμα… κι όμως…
«Πήγαμε για μια βόλτα,» συνέχισε. «Και μου έλεγε κάποιους παλιούς μύθους-νομίζω προσπαθούσε να με τρομάξει. Μου είπε έναν…»Σταμάτησε απότομα, αλλά δεν υπήρχε λόγος για καθυστερήσεις τώρα. Ήξερα τι θα έλεγε. Το μόνο μυστήριο που είχε μείνει τώρα ήταν το γιατί ήταν ακόμα μαζί μου.
«Συνέχισε,» είπα.
«Για βρικόλακες,» είπε, η φωνή της είχε γίνει ψίθυρος.
Για κάποιον λόγο ήταν ακόμα χειρότερο γνωρίζοντας ότι το ήξερε, το ότι την άκουσα να το λέει δυνατά. Ανατρίχιασα στον ήχο των λέξεων της και έλεγξα και πάλι τον εαυτό μου.
«Και εσύ αμέσως σκέφτηκες εμένα?» Ρώτησα.
«Όχι. Αυτός… ανέφερε την οικογένειά σου.»
Τι ειρωνικό που ήταν ο απόγονος του ίδιου του Εφραίμ που καταπάτησε την συνθήκη στην οποία ορκίστηκε ο ίδιος. Ένας εγγονός, ή δισέγγονος, ίσως. Πόσα χρόνια είχαν περάσει? Εβδομήντα?
Έπρεπε να είχα συνειδητοποιήσει ότι δεν ήταν οι γέροι που πίστευαν τους μύθους, ο κίνδυνος. Φυσικά θα ήταν η νεότερη γενιά-αυτοί που είχαν προειδοποιηθεί, αλλά θεωρούσαν τους τις αρχαίες αυτές προλήψεις γελοίες-φυσικά εκεί βρισκόταν ο κίνδυνος να ξεσκεπαστεί το μυστικό μας.
Υποθέτω πως τώρα ήμουν ελεύθερος να καταστρέψω την μικρή ανυπεράσπιστη φυλή στην παραλία, αν το ήθελα. Ο Εφραίμ και οι υπόλοιποι προστάτες είχαν πεθάνει…
«Απλά το θεωρούσε έναν χαζό μύθο,» είπε ξαφνικά η Μπέλλα, ο τόνος της φωνής της είχε αγωνία τώρα. «Δεν περίμενε να πιστέψω τίποτα.»
Από την άκρη του ματιού μου την είδα τα μπλέκει τα χέρια της ,άβολα.
«Εγώ έφταιγα,» είπε μετά από μια σύντομη παύση, και κρέμασε το κεφάλι της από ντροπή. «Τον πίεσα να μου πει.»
«Γιατί?» Δεν ήταν δύσκολο να κρατήσω ήρεμη την φωνή μου τώρα. Τα χειρότερα είχανε περάσει. Μιλούσαμε για τις λεπτομέρειες της αποκάλυψης αλλά δεν χρειαζόταν να προχωρήσουμε στις επιπτώσεις.
«Η Λόρεν είπε κάτι για εσένα-προσπαθούσε να με προκαλέσει.» Έκανε μια μικρή γκριμάτσα στην ανάμνηση. Ήμουν ελαφρώς αποσπασμένος, αναρωτώμενος πως θα μπορούσε κάποιος να προκαλέσει την Μπέλλα μιλώντας για εμένα… «Και ένα μεγαλύτερο αγόρι από την φυλή είπε ότι η οικογένειά σου δεν πηγαίνει στον καταυλισμό, μόνο που ακούστηκε σαν να εννοούσε κάτι διαφορετικό. Οπότε απομόνωσα τον Τζέικομπ και τον ξεγέλασα για να μου πει.»
Κρέμασε το κεφάλι της ακόμα χαμηλότερα καθώς το παραδεχόταν αυτό, η έκφρασή της φαινόταν… ένοχη.
Κοίταξα αλλού και γέλασα δυνατά. Αυτή ένιωθε ένοχη? Τι θα μπορούσε να είχε κάνει ώστε να αξίζει κάποια κατηγορία?
«Πως τον ξεγέλασες?» Ρώτησα.
«Προσπάθησα να φλερτάρω-είχε καλύτερα αποτελέσματα από ότι νόμιζα,» εξήγησε και ο τόνος της άλλαξε στην ανάμνηση της επιτυχίας.
Μπορούσα να το φανταστώ-έχωντας στο νου την έλξη που είχε για οτιδήποτε αρσενικό, τελείως ασυνείδητα από πλευρά της-πόσο περισσότερο ελκυστική θα ήταν αν προσπαθούσε κι όλας. Ξαφνικά ένιωσα λύπηση για το ανυποψίαστο αγόρι στο οποίο είχε ελευθερώσει τέτοιες δυνάμεις.
«Θα ήθελα να το έβλεπα αυτό,» είπα, και μετά γέλασα με μαύρο χιούμορ. Έλπιζα να έβλεπα την αντίδραση του αγοριού, να τον έβλεπα να καταρρέει στην θέληση της ο ίδιος. «Και εσύ κατηγορείς εμένα ότι μαγεύω ανθρώπους-καημένος ο Τζέικομπ Μπλάκ.»
Δεν ήμουν θυμωμένος με την πηγή της αποκάλυψης όπως περίμενα πως θα ένιωθα. Δεν ήξερε. Και πως θα μπορούσε κάποιος να αρνηθεί σε αυτό το κορίτσι αυτό που ήθελε? Όχι, μόνο συμπόνια ένιωθα για την ζημιά που η Μπέλλα προκάλεσε στην ηρεμία του μυαλού του.
Κατάλαβα ότι είχε κοκκινίσει γιατί ένιωσα την θερμότητα ανάμεσά μας. Την κοίταξα, και αυτή κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Δεν ξαναμίλησε.
«Μετά τι έκανες?» Την πίεσα. Ώρα να επιστρέψουμε στην ιστορία τρόμου.
«Έψαξα στο ιντερνέτ.»
Απόλυτα πρακτική. «Και αυτό σε έπεισε/»
«όχι,» είπε. «Τίποτα δεν κολλούσε. Τα περισσότερα ήταν χαζά. Και μετά-«
Σταμάτησε πάλι και ψιθύρισε. «Αποφάσισα ότι δεν έχει σημασία.»
Το σοκ πάγωσε τις σκέψεις μου για μισό δευτερόλεπτο και μετά όλα έβγαζαν νόημα. Γιατί δεν πήγε με τις φίλες της αντί να τις ακολουθήσει. Γιατί είχε μπει στο αυτοκίνητο μαζί μου πάλι αντί να φύγει τρέχοντας για την αστυνομία…
Οι αντιδράσεις της ήταν πάντα λανθασμένες-τελείως λάθος. Τραβούσε τον κίνδυνο προς το μέρος της. Τον προσκαλούσε.
«Δεν έχει σημασία?» Είπα μέσα από τα δόντια μου, με γέμιζε θυμός. Πως θα έπρεπε να προστάτευα κάποιον τόσο… τόσο… αποφασισμένη να μείνει απροστάτευτη?
«όχι,» είπε με χαμηλή φωνή που ήταν απρόσμενα τρυφερή. «Δεν έχει σημασία για εμένα τι είσαι.»
Ήταν απερίγραπτη.
«Δεν σε νοιάζει αν είμαι ένα τέρας? Αν δεν είμαι άνθρωπος?»

«Όχι.»
Άρχισα να αναρωτιέμαι αν ήταν ανισσόροπη.
Θα μπορούσα να κανονίσω ώστε να πάρει την κατάλληλη βοήθεια διαθέσιμη… Ο Καρλάιλ είχε διασυνδέσεις για να της βρει τους πιο ικανούς γιατρούς, τους πιο καλούς ψυχίατρους. Ίσως θα μπορούσε να γίνει κάτι για να φτιαχτεί ότι ήταν λάθος, ότι ήταν αυτό που την έκανε να κάθεται με ευχαρίστηση δίπλα σε έναν βρικόλακα με σταθερούς τους παλμούς και την αναπνοή της. Θα την πρόσεχα και πάλι, φυσικά, θα την επισκεπτόμουν όσο συχνά θα επιτρεπόταν…
«Είσαι θυμωμένος,» αναστέναξε. «Δεν έπρεπε να πω τίποτα.»
Λες και το να έκρυβε τις λάθος αντιδράσεις της θα έκανε καλό σε κάποιον από τους δυο μας.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 21
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 10. Θεωρία   Παρ 14 Αυγ 2009 - 21:19

«Όχι. Προτιμώ να ξέρω τι σκέφτεσαι-ακόμα και αν αυτό που σκέφτεσαι είναι τρελό.»
«Οπότε έχω πάλι άδικο?» Ρώτησε, λίγο πικρά τώρα.
«Δεν αναφερόμουν σε αυτό!» Τα δόντια μου σφίχτηκαν πάλι. «δεν έχει σημασία!» Επανέλαβα.
Αναφώνησε. «Έχω δίκιο?»
«Έχει σημασία?» την ρώτησα.
Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Περίμενα θυμωμένα την απάντηση της.
«Όχι ιδιαίτερα,» είπε με φυσιολογικό τόνο. «Αλλά έχω περιέργεια.»
Όχι ιδιαίτερη. Δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Δεν την ένοιαζε. Ήξερε ότι δεν ήμουν άνθρωπος, ένα τέρας και αυτό δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα.
Πέρα από τις ανησυχίες μου για την ψυχική της υγεία, άρχισα να νιώθω ένα συναίσθημα ελπίδας. Προσπάθησα να το λιώσω.
«Για ποιο πράγμα έχεις περιέργεια?» Την ρώτησα. Δεν είχαν μείνει μυστικά, μόνο ασήμαντες λεπτομέρειες.
«Πόσο χρονών είσαι?» Ρώτησε.
Η απάντηση μου ήταν αυτόματη. «Δεκαεφτά.»
«Και πόσο καιρό είσαι δεκαεφτά?»
Προσπάθησα να μην χαμογελάσω στον χλευαστικό της τόνο. «Εδώ και καιρό,» παραδέχτηκα.
«Εντάξει,» είπε, ξαφνικά ενθουσιασμένη. Μου χαμογέλασε. Όταν της ανταπέδωσα το βλέμμα, ανήσυχος πάλι για την ψυχική της υγεία, χαμογέλασε πλατύτερα. Μόρφασα.
«Μην γελάσεις,» προειδοποίησε «Αλλά πως μπορείς και βγαίνεις έξω κατά την διάρκεια της μέρας?»
Γέλασα παρά την προειδοποίησή της. Η αναζήτηση της δεν της έδωσε τίποτα το ασυνήθιστο. «Μύθος,» της είπα.
«Το ότι καίγεστε από τον ήλιο?»
«Μύθος.»
«Το ότι κοιμάστε σε φέρετρα?»
«Μύθος.»
Ο ύπνος δεν ήταν μέρος της ζωής μου για πολύ καιρό-μέχρι που άρχισα να βλέπω την Μπέλλα να ονειρεύεται τις τελευταίες βραδιές…
«Δεν κοιμάμαι,» μουρμούρισα, απαντώντας πιο ολοκληρωμένα στην ερώτηση της.
Ήταν σιωπηλή για μια στιγμή.
«Καθόλου?» Ρώτησε.
«Ποτέ,» ψιθύρισα.
Κοίταξε μέσα στα μάτια της, κάτω από τα βλέφαρά της και ήθελα εκείνη τη στιγμή να μπορούσα να κοιμηθώ. Όχι για ευχαρίστηση, όχι για να αποφύγω την πλήξη, αλλά γιατί ήθελα να ονειρευτώ. Ίσως αν θα μπορούσα να είμαι αναίσθητος, αν μπορούσα να ονειρευτώ, θα μπορούσα να ζήσω για λίγες ώρες σε έναν κόσμο όπου αυτή κι εγώ θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί. Αυτή με ονειρευόταν. Ήθελα να την ονειρευτώ κι εγώ.
Μου ανταπέδωσε το βλέμμα, η έκφραση της γεμάτη θαυμασμό. Έπρεπε να κοιτάξω αλλού.
Δεν μπορούσα να την ονειρευτώ. Δεν θα έπρεπε να με ονειρεύεται.
«Δεν μου έκανες την πιο σημαντική ερώτηση, ακόμα,» είπα, το σιωπηλό μου στερνό πιο παγωμένο και σκληρό από πριν. Έπρεπε να την κάνω να καταλάβει. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να συνειδητοποιήσει τι κάνει. Θα έπρεπε να την κάνω να δει ότι όλα αυτά είχαν σημασία-περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Όπως το γεγονός ότι την αγαπούσα.
«Ποια ερώτηση είναι αυτή?» Ρώτησε έκπληκτη.

Αυτό απλά έκανε πιο σκληρή την φωνή μου. «Δεν αναρωτιέσαι για την δίαιτά μου?»
«Α, αυτό.» Είπε με έναν χαμηλό τόνο που δεν μπόρεσα να καταλάβω.
«Ναι, αυτό. Δεν θέλεις να μάθεις αν πίνω αίμα?»
Ανατρίχιασε στην ερώτηση. Επιτέλους. Καταλάβαινε. «Βασικά, ο Τζέικομπ είπε κάτι για αυτό,» είπε.
«Τι είπε ο Τζέικομπ?»
«Είπε ότι δεν… κυνηγούσατε ανθρώπους. Είπε ότι η οικογένειά σου υποτίθεται ότι δεν ήταν επικίνδυνη επειδή κυνηγάτε μόνο ζώα.»
«Είπε ότι δεν ήμασταν επικίνδυνοι?» Επανέλαβα κυνικά.
«Όχι ακριβώς,» ξεκαθάρισε. « Είπε ότι υποτίθεται πως δεν ήσασταν επικίνδυνοι. Αλλά οι Κουίλγιουτ δεν σας ήθελαν στην γη τους καλού κακού.»
Κοίταξα τον δρόμο, οι σκέψεις μου πολλές, ο λαιμός μου πονούσε από την φωτιά.
«Οπότε είχε δίκιο?» Ρώτησε, πολύ ήρεμα σαν να επιβεβαίωνε τον δελτίο καιρού. «Για το ότι δεν κυνηγάτε ανθρώπους?»
«Οι Κουίλγιουτ έχουν μεγάλη μνήμη.»
Έγνεψε στον εαυτό της, σκεφτόταν σκληρά.
«Μην επαναπαύεσαι όμως,» είπα γρήγορα. «έχουν δίκιο που κρατούν τις αποστάσεις τους από εμάς. Είμαστε και πάλι επικίνδυνοι.»
«Δεν καταλαβαίνω.»
Όχι, δε ν καταλάβαινε. Πώς να την έκανα να δει?
«Προσπαθούμε,» της είπα. «Συνήθως είμαστε καλοί σε αυτό που κάνουμε. Κάποιες φορές κάνουμε λάθη. Εγώ ,για παράδειγμα, που επιτρέπω στον εαυτό μου να είμαι μόνος μαζί σου.»
Η οσμή της ήταν ακόμα δυνατή μέσα στο αυτοκίνητο. Άρχισα να την συνηθίζω, μπορούσα σχεδόν να την αγνοήσω, αλλά το σώμα μου πάλι την ήθελε για τον λάθος λόγο. Το στόμα μου είχε γεμίσει από δηλητήριο.
«Αυτό είναι λάθος?» Ρώτησε, η φωνή της λυπημένη. Ο ήχος της με αφόπλισε. Ήθελε να είναι μαζί μου-περά τα όσα είχε μάθει, ήθελε να είναι μαζί μου
Ένιωσα πάλι εκείνο το συναίσθημα ελπίδας και το πάλεψα.
«Ένα πολύ επικίνδυνο λάθος,» της είπα ειλικρινά, ελπίζοντας πως η αλήθεια θα μπορούσε να μην είχε σημασία.
Δεν απάντησε για μια στιγμή. Άκουσα την αναπνοή της να αλλάζει-άλλαξε με παράξενους ρυθμούς που δεν ακουγόταν σαν φόβος.
«Πες μου κι άλλα,» είπε ξαφνικά, η φωνή της αγχωμένη.
Την εξέτασα προσεκτικά.
Πονούσε. Πως το επέτρεψα αυτό?
«Τι άλλο θέλεις να μάθεις?» Ρώτησα και σκεφτόμουν τρόπους να μην την κάνω να πονάει. Δεν θα έπρεπε να πονάει. Δεν θα το επέτρεπα.
«Πες μου γιατί κυνηγάτε ζώα αντί για ανθρώπους,» είπε, ακόμα αγχωμένη.
Δεν ήταν προφανές? Ή ίσως να μην είχε ούτε αυτό σημασία για αυτήν.
«Δεν θέλω να είμαι τέρας,» μουρμούρισα.
«Αλλά τα ζώα δεν είναι αρκετά?»
Έψαξα για άλλη μια αναλογία που θα καταλάβαινε. «Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος βέβαια, αλλά θα το σύγκρινα με τόφου και γάλα από σόγια. Αποκαλούμε τους εαυτούς μας χορτοφάγους, ένα προσωπικό αστείο. Δεν ικανοποιεί τελείως την πείνα-ή μάλλον την δίψα. Αλλά μας κρατά αρκετά δυνατούς ώστε να αντιστεκόμαστε. Τις περισσότερες φορές.» φωνή μου χαμήλωσε. Ντρεπόμουν για τον κίνδυνο στον οποίο την έβαζα. Κίνδυνο που δεν έπρεπε να συνεχίσω να επιτρέπω…
«Κάποιες φορές είναι πιο δύσκολο από άλλες.»
«Σου είναι πολύ δύσκολο τώρα?»
Αναστέναξα. Φυσικά και θα έκανε την ερώτηση που δεν θα ήθελα να απαντήσω. «Ναι,» παραδέχτηκα.
Αυτήν την φορά περίμενα την σωματική της αντίδραση, οι παλμοί της παρέμειναν σταθεροί. Το περίμενα, αλλά δεν το καταλάβαινα. Πως μπορούσε να μην φοβάται?
«Αλλά τώρα δεν πεινάς,» δήλωσε, απόλυτα σίγουρη για τον εαυτό της.
«Γιατί το νομίζεις αυτό?»
«Τα μάτια σου,» είπε. «Σου είπα ότι είχα μια θεωρία. Έχω παρατηρήσει ότι οι άνθρωποι-ειδικά οι άντρες-είναι κακόκεφοι όταν πεινάνε.»
Χαχάνισα στην περιγραφή της: κακόκεφοι. Αυτό ήταν υποβαθμισμένο. Αλλά είχε δίκιο, ως συνήθως. «Είσαι παρατηρητική ε?» Γέλασα πάλι.
Χαμογέλασε λίγο, και η ρυτίδα επέστρεψε στο μέτωπό της σαν να συγκεντρωνόταν σε κάτι.
«Είχε πάει για κυνήγι αυτό το σαββατοκύριακο, με τον Έμετ?»Ρώτησε μόλις έσβησε το γέλιο μου. Ο χαλαρός τόνος με τον οποίο μιλούσε ήταν αξιοθαύμαστος και ενοχλητικός συγχρόνως. Μπορούσε πραγματικά να αποδεχτεί τόσα πολλά με την μια? Εγώ ήμουν πιο κοντά σε σοκ από ότι αυτή.
«Ναι,» της είπα, και ενώ ήμουν έτοιμος να το αφήσω εκεί, ένιωσα την ίδια θέληση όπως και στο εστιατόριο: Ήθελα να με μάθει. «Δεν ήθελα να φύγω,» συνέχισα αργά. «Αλλά ήταν απαραίτητο. Είναι λίγο πιο εύκολο να είμαι κοντά σου όταν δεν διψάω.»
«Γιατί δεν ήθελες να φύγεις?»
Πήρα μια βαθιά αναπνοή και γύρισα να συναντήσω το βλέμμα της. Τέτοιου είδους ειλικρίνεια ήταν δύσκολη αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο.
«Με… αγχώνει,» η λέξη ήταν σωστή αλλά όχι επαρκής, «να είμαι μακριά σου. Δεν αστειευόμουν όταν σου είπα να μην πέσεις στον ωκεανό ή να μην σε πατήσει τίποτα την Πέμπτη. Ήταν αλλού η προσοχή μου όλο το σαββατοκύριακο, ανησυχούσα για εσένα. Και μετά από αυτό που έγινε απόψε, παραξενεύομαι που κατάφερες να περάσεις το σαββατοκύριακο ανέγγιχτη,» και τότε θυμήθηκα τις γρατζουνιές στις παλάμες της. «Ή μάλλον όχι τελείως ανέγγιχτη,» διόρθωσα.
«Τι?»
«Τα χέρια σου,» της θύμισα.
Αναστέναξε και μόρφασε. «Έπεσα.»
Είχα μαντέψει σωστά. «Αυτό κατάλαβα,» είπα μην μπορώντας να συγκρατήσω το χαμόγελό μου. «Υποθέτω όμως επειδή είσαι εσύ θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερα-και αυτή η πιθανότητα με βασάνιζε όλον τον καιρό που ήμουν μακριά. Αυτές οι τρείς μέρες μου φάνηκαν αιώνας. Έσπασα τα νεύρα του Έμετ.» Ειλικρινά αυτό δεν άνηκε σε παρελθοντικό χρόνο. Μάλλον ακόμα τον νευρίαζα, και όλη την οικογένειά μου. Εκτός από την Άλις…
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 21
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 10. Θεωρία   Παρ 14 Αυγ 2009 - 21:21

«Όχι. Προτιμώ να ξέρω τι σκέφτεσαι-ακόμα και αν αυτό που σκέφτεσαι είναι τρελό.»
«Οπότε έχω πάλι άδικο?» Ρώτησε, λίγο πικρά τώρα.
«Δεν αναφερόμουν σε αυτό!» Τα δόντια μου σφίχτηκαν πάλι. «δεν έχει σημασία!» Επανέλαβα.
Αναφώνησε. «Έχω δίκιο?»
«Έχει σημασία?» την ρώτησα.
Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Περίμενα θυμωμένα την απάντηση της.
«Όχι ιδιαίτερα,» είπε με φυσιολογικό τόνο. «Αλλά έχω περιέργεια.»
Όχι ιδιαίτερη. Δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Δεν την ένοιαζε. Ήξερε ότι δεν ήμουν άνθρωπος, ένα τέρας και αυτό δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα.
Πέρα από τις ανησυχίες μου για την ψυχική της υγεία, άρχισα να νιώθω ένα συναίσθημα ελπίδας. Προσπάθησα να το λιώσω.
«Για ποιο πράγμα έχεις περιέργεια?» Την ρώτησα. Δεν είχαν μείνει μυστικά, μόνο ασήμαντες λεπτομέρειες.
«Πόσο χρονών είσαι?» Ρώτησε.
Η απάντηση μου ήταν αυτόματη. «Δεκαεφτά.»
«Και πόσο καιρό είσαι δεκαεφτά?»
Προσπάθησα να μην χαμογελάσω στον χλευαστικό της τόνο. «Εδώ και καιρό,» παραδέχτηκα.
«Εντάξει,» είπε, ξαφνικά ενθουσιασμένη. Μου χαμογέλασε. Όταν της ανταπέδωσα το βλέμμα, ανήσυχος πάλι για την ψυχική της υγεία, χαμογέλασε πλατύτερα. Μόρφασα.
«Μην γελάσεις,» προειδοποίησε «Αλλά πως μπορείς και βγαίνεις έξω κατά την διάρκεια της μέρας?»
Γέλασα παρά την προειδοποίησή της. Η αναζήτηση της δεν της έδωσε τίποτα το ασυνήθιστο. «Μύθος,» της είπα.
«Το ότι καίγεστε από τον ήλιο?»
«Μύθος.»
«Το ότι κοιμάστε σε φέρετρα?»
«Μύθος.»
Ο ύπνος δεν ήταν μέρος της ζωής μου για πολύ καιρό-μέχρι που άρχισα να βλέπω την Μπέλλα να ονειρεύεται τις τελευταίες βραδιές…
«Δεν κοιμάμαι,» μουρμούρισα, απαντώντας πιο ολοκληρωμένα στην ερώτηση της.
Ήταν σιωπηλή για μια στιγμή.
«Καθόλου?» Ρώτησε.
«Ποτέ,» ψιθύρισα.
Κοίταξε μέσα στα μάτια της, κάτω από τα βλέφαρά της και ήθελα εκείνη τη στιγμή να μπορούσα να κοιμηθώ. Όχι για ευχαρίστηση, όχι για να αποφύγω την πλήξη, αλλά γιατί ήθελα να ονειρευτώ. Ίσως αν θα μπορούσα να είμαι αναίσθητος, αν μπορούσα να ονειρευτώ, θα μπορούσα να ζήσω για λίγες ώρες σε έναν κόσμο όπου αυτή κι εγώ θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί. Αυτή με ονειρευόταν. Ήθελα να την ονειρευτώ κι εγώ.
Μου ανταπέδωσε το βλέμμα, η έκφραση της γεμάτη θαυμασμό. Έπρεπε να κοιτάξω αλλού.
Δεν μπορούσα να την ονειρευτώ. Δεν θα έπρεπε να με ονειρεύεται.
«Δεν μου έκανες την πιο σημαντική ερώτηση, ακόμα,» είπα, το σιωπηλό μου στερνό πιο παγωμένο και σκληρό από πριν. Έπρεπε να την κάνω να καταλάβει. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να συνειδητοποιήσει τι κάνει. Θα έπρεπε να την κάνω να δει ότι όλα αυτά είχαν σημασία-περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Όπως το γεγονός ότι την αγαπούσα.
«Ποια ερώτηση είναι αυτή?» Ρώτησε έκπληκτη.

Αυτό απλά έκανε πιο σκληρή την φωνή μου. «Δεν αναρωτιέσαι για την δίαιτά μου?»
«Α, αυτό.» Είπε με έναν χαμηλό τόνο που δεν μπόρεσα να καταλάβω.
«Ναι, αυτό. Δεν θέλεις να μάθεις αν πίνω αίμα?»
Ανατρίχιασε στην ερώτηση. Επιτέλους. Καταλάβαινε. «Βασικά, ο Τζέικομπ είπε κάτι για αυτό,» είπε.
«Τι είπε ο Τζέικομπ?»
«Είπε ότι δεν… κυνηγούσατε ανθρώπους. Είπε ότι η οικογένειά σου υποτίθεται ότι δεν ήταν επικίνδυνη επειδή κυνηγάτε μόνο ζώα.»
«Είπε ότι δεν ήμασταν επικίνδυνοι?» Επανέλαβα κυνικά.
«Όχι ακριβώς,» ξεκαθάρισε. « Είπε ότι υποτίθεται πως δεν ήσασταν επικίνδυνοι. Αλλά οι Κουίλγιουτ δεν σας ήθελαν στην γη τους καλού κακού.»
Κοίταξα τον δρόμο, οι σκέψεις μου πολλές, ο λαιμός μου πονούσε από την φωτιά.
«Οπότε είχε δίκιο?» Ρώτησε, πολύ ήρεμα σαν να επιβεβαίωνε τον δελτίο καιρού. «Για το ότι δεν κυνηγάτε ανθρώπους?»
«Οι Κουίλγιουτ έχουν μεγάλη μνήμη.»
Έγνεψε στον εαυτό της, σκεφτόταν σκληρά.
«Μην επαναπαύεσαι όμως,» είπα γρήγορα. «έχουν δίκιο που κρατούν τις αποστάσεις τους από εμάς. Είμαστε και πάλι επικίνδυνοι.»
«Δεν καταλαβαίνω.»
Όχι, δε ν καταλάβαινε. Πώς να την έκανα να δει?
«Προσπαθούμε,» της είπα. «Συνήθως είμαστε καλοί σε αυτό που κάνουμε. Κάποιες φορές κάνουμε λάθη. Εγώ ,για παράδειγμα, που επιτρέπω στον εαυτό μου να είμαι μόνος μαζί σου.»
Η οσμή της ήταν ακόμα δυνατή μέσα στο αυτοκίνητο. Άρχισα να την συνηθίζω, μπορούσα σχεδόν να την αγνοήσω, αλλά το σώμα μου πάλι την ήθελε για τον λάθος λόγο. Το στόμα μου είχε γεμίσει από δηλητήριο.
«Αυτό είναι λάθος?» Ρώτησε, η φωνή της λυπημένη. Ο ήχος της με αφόπλισε. Ήθελε να είναι μαζί μου-περά τα όσα είχε μάθει, ήθελε να είναι μαζί μου
Ένιωσα πάλι εκείνο το συναίσθημα ελπίδας και το πάλεψα.
«Ένα πολύ επικίνδυνο λάθος,» της είπα ειλικρινά, ελπίζοντας πως η αλήθεια θα μπορούσε να μην είχε σημασία.
Δεν απάντησε για μια στιγμή. Άκουσα την αναπνοή της να αλλάζει-άλλαξε με παράξενους ρυθμούς που δεν ακουγόταν σαν φόβος.
«Πες μου κι άλλα,» είπε ξαφνικά, η φωνή της αγχωμένη.
Την εξέτασα προσεκτικά.
Πονούσε. Πως το επέτρεψα αυτό?
«Τι άλλο θέλεις να μάθεις?» Ρώτησα και σκεφτόμουν τρόπους να μην την κάνω να πονάει. Δεν θα έπρεπε να πονάει. Δεν θα το επέτρεπα.
«Πες μου γιατί κυνηγάτε ζώα αντί για ανθρώπους,» είπε, ακόμα αγχωμένη.
Δεν ήταν προφανές? Ή ίσως να μην είχε ούτε αυτό σημασία για αυτήν.
«Δεν θέλω να είμαι τέρας,» μουρμούρισα.
«Αλλά τα ζώα δεν είναι αρκετά?»
Έψαξα για άλλη μια αναλογία που θα καταλάβαινε. «Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος βέβαια, αλλά θα το σύγκρινα με τόφου και γάλα από σόγια. Αποκαλούμε τους εαυτούς μας χορτοφάγους, ένα προσωπικό αστείο. Δεν ικανοποιεί τελείως την πείνα-ή μάλλον την δίψα. Αλλά μας κρατά αρκετά δυνατούς ώστε να αντιστεκόμαστε. Τις περισσότερες φορές.» φωνή μου χαμήλωσε. Ντρεπόμουν για τον κίνδυνο στον οποίο την έβαζα. Κίνδυνο που δεν έπρεπε να συνεχίσω να επιτρέπω…
«Κάποιες φορές είναι πιο δύσκολο από άλλες.»
«Σου είναι πολύ δύσκολο τώρα?»
Αναστέναξα. Φυσικά και θα έκανε την ερώτηση που δεν θα ήθελα να απαντήσω. «Ναι,» παραδέχτηκα.
Αυτήν την φορά περίμενα την σωματική της αντίδραση, οι παλμοί της παρέμειναν σταθεροί. Το περίμενα, αλλά δεν το καταλάβαινα. Πως μπορούσε να μην φοβάται?
«Αλλά τώρα δεν πεινάς,» δήλωσε, απόλυτα σίγουρη για τον εαυτό της.
«Γιατί το νομίζεις αυτό?»
«Τα μάτια σου,» είπε. «Σου είπα ότι είχα μια θεωρία. Έχω παρατηρήσει ότι οι άνθρωποι-ειδικά οι άντρες-είναι κακόκεφοι όταν πεινάνε.»
Χαχάνισα στην περιγραφή της: κακόκεφοι. Αυτό ήταν υποβαθμισμένο. Αλλά είχε δίκιο, ως συνήθως. «Είσαι παρατηρητική ε?» Γέλασα πάλι.
Χαμογέλασε λίγο, και η ρυτίδα επέστρεψε στο μέτωπό της σαν να συγκεντρωνόταν σε κάτι.
«Είχε πάει για κυνήγι αυτό το σαββατοκύριακο, με τον Έμετ?»Ρώτησε μόλις έσβησε το γέλιο μου. Ο χαλαρός τόνος με τον οποίο μιλούσε ήταν αξιοθαύμαστος και ενοχλητικός συγχρόνως. Μπορούσε πραγματικά να αποδεχτεί τόσα πολλά με την μια? Εγώ ήμουν πιο κοντά σε σοκ από ότι αυτή.
«Ναι,» της είπα, και ενώ ήμουν έτοιμος να το αφήσω εκεί, ένιωσα την ίδια θέληση όπως και στο εστιατόριο: Ήθελα να με μάθει. «Δεν ήθελα να φύγω,» συνέχισα αργά. «Αλλά ήταν απαραίτητο. Είναι λίγο πιο εύκολο να είμαι κοντά σου όταν δεν διψάω.»
«Γιατί δεν ήθελες να φύγεις?»
Πήρα μια βαθιά αναπνοή και γύρισα να συναντήσω το βλέμμα της. Τέτοιου είδους ειλικρίνεια ήταν δύσκολη αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο.
«Με… αγχώνει,» η λέξη ήταν σωστή αλλά όχι επαρκής, «να είμαι μακριά σου. Δεν αστειευόμουν όταν σου είπα να μην πέσεις στον ωκεανό ή να μην σε πατήσει τίποτα την Πέμπτη. Ήταν αλλού η προσοχή μου όλο το σαββατοκύριακο, ανησυχούσα για εσένα. Και μετά από αυτό που έγινε απόψε, παραξενεύομαι που κατάφερες να περάσεις το σαββατοκύριακο ανέγγιχτη,» και τότε θυμήθηκα τις γρατζουνιές στις παλάμες της. «Ή μάλλον όχι τελείως ανέγγιχτη,» διόρθωσα.
«Τι?»
«Τα χέρια σου,» της θύμισα.
Αναστέναξε και μόρφασε. «Έπεσα.»
Είχα μαντέψει σωστά. «Αυτό κατάλαβα,» είπα μην μπορώντας να συγκρατήσω το χαμόγελό μου. «Υποθέτω όμως επειδή είσαι εσύ θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερα-και αυτή η πιθανότητα με βασάνιζε όλον τον καιρό που ήμουν μακριά. Αυτές οι τρείς μέρες μου φάνηκαν αιώνας. Έσπασα τα νεύρα του Έμετ.» Ειλικρινά αυτό δεν άνηκε σε παρελθοντικό χρόνο. Μάλλον ακόμα τον νευρίαζα, και όλη την οικογένειά μου. Εκτός από την Άλις…
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 21
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 10. Θεωρία   Παρ 14 Αυγ 2009 - 21:22

«Τρεις μέρες?» Ρώτησε, με κοφτερή φωνή. «Δεν γύρισες σήμερα?»
Δεν κατάλαβα τον τόνο της φωνής της. «Όχι, γυρίσαμε την Κυριακή.»
«Τότε γιατί δεν ήταν κανείς σας στο σχολείο?» Απαίτησε. Η ενόχλησή της με μπέρδεψε. Δεν κατάλαβε ότι αυτή η ερώτηση ήταν μια που συνδεόταν με την μυθολογία πάλι.
«Με ρώτησες αν ο ήλιος με καίει, και δεν με καίει,» είπα. «Αλλά δεν μπορώ να βγω στο φως του ηλίου, όχι όπου μπορεί να με δει οποιοσδήποτε.»
Αυτό την απέσπασε από την μυστηριώδης της ενόχληση. «Γιατί?» Ρώτησε γέρνοντας το κεφάλι της από την μια πλευρά.
Αμφέβαλα ότι θα έβρισκα μια αναλογία για να το εξηγήσω αυτό. Οπότε της είπα, «Θα σου δείξω κάποια στιγμή.» Και τότε αναρωτήθηκα αν αυτό ήταν μια υπόσχεση που θα κατέληγα να αθετώ. Θα την έβλεπα μετά την αποψινή βραδιά? Την αγαπούσα αρκετά ακόμα ώστε να αντέξω να την αφήσω?
«Θα μπορούσες να μου είχες τηλεφωνήσει,» είπε.
Τι παράξενο συμπέρασμα. «Μα ήξερα ότι ήσουν ασφαλής.»
«Αλλά εγώ δεν ήξερα που ήσουν εσύ. Εγώ-» Σταμάτησε απότομα και κοίταξε τα χέρια της.
«τι?»
«Δεν μου άρεσε,» είπε ντροπαλά, το μάγουλα της ζεσταίνονταν, «να μην σε βλέπω. Με αγχώνει κι εμένα.»
Είσαι ευχαριστημένος τώρα? Απαίτησε από τον εαυτό μου. Ορίστε το αποτέλεσμα των ελπίδων μου.
Ήμουν πολύ μπερδεμένος, χαρούμενος, τρομοκρατημένος-πιο πολύ τρομοκρατημένος- για να συνειδητοποιήσω ότι όλες οι φαντασιώσεις μου δεν ήταν και απόλυτα αδύνατες. Για αυτό δεν είχε σημασία για αυτήν το ότι ήμουν ένα τέρας. Ήταν ακριβώς ο ίδιος λόγος που οι κανόνες δεν είχαν πια σημασία για εμένα. Γιατί το σωστό και το λάθος δεν ήταν πια απόλυτα. Γιατί όλες μυ οι προτεραιότητες έκαναν χώρο για αυτό το κορίτσι στην κορυφή.
Η Μπέλλα νοιαζόταν κι αυτή για εμένα.
Ήξερα ότι δεν συγκρινόταν με το πώς την αγαπούσα εγώ. Αλλά ήταν αρκετό ώστε να ρισκάρει την ζωή της για να κάτσει δίπλα μου. Να το κάνει με ευχαρίστηση.
Αρκετό για της προκαλέσει πόνο αν έκανα το σωστό και έφευγα..
Υπήρχε τίποτα που μπορούσα να κάνω χωρίς να την πληγώσω? Τίποτα απολύτως?
Έπρεπε να είχα μείνει μακριά. Ποτέ δεν έπρεπε να είχα επιστρέψει στο Φόρκς. Μόνο πόνο θα της προκαλούσα.
Αυτό θα με σταματούσε από το να μείνω τώρα? Από το να τα κάνω χειρότερα?
Όχι. Τίποτα δεν θα με σταματούσε.
«Α,» αναστέναξα στον εαυτό μου. «Αυτό είναι λάθος.»
«Τι είπα?» Ρώτησε, έτοιμη να δεχτεί το φταίξιμο.
«Δεν βλέπεις, Μπέλλα? Άλλο να κάνω τον εαυτό μου δυστυχισμένο αλλά είναι τελείως διαφορετικό να είσαι και εσύ τόσο μπλεγμένη. Δεν θέλω να ακούω από εσένα ότι νιώθεις έτσι.» Ήταν αλήθεια, ήταν ψέμα. Το πιο εγωιστικό κομμάτι μου πετούσε από χαρά στην γνώση ότι με ήθελε όπως την ήθελα κι εγώ. «Είναι λάθος. Δεν είναι ασφαλές. Είμαι επικίνδυνος Μπέλλα-σε παρακαλώ, κατάλαβε το.»
«Όχι.» Σούφρωσε πεισμωμένα τα χείλη της.
«Μιλάω σοβαρά.» Πάλευα με τον εαυτό μου τόσο σκληρά-από την μια απεγνωσμένος να την κάνω να καταλάβει, από την άλλη ήθελα να αποτρέψω τις προειδοποιήσεις πριν ξεστομιστούν-τα λόγια βγήκαν από το στόμα μου σαν γρύλισμα.
«Κι εγώ,» επέμενε. «σου είπα, δεν έχει σημασία τι είσαι. Είναι πολύ αργά.»
Πολύ αργά? Ο κόσμος μαύρισε για ένα δευτερόλεπτο καθώς ήρθε στην ανάμνησή μου η εικόνα της Μπέλλα να κοιμάται στο ηλιόλουστο γρασίδι και να σέρνονται οι σκιές προς το μέρος της. Αναπόφευκτο, ασταμάτητο. Έκλεψαν το χρώμα από το δέρμα της και την βύθισαν στο σκοτάδι.
Πολύ αργά? Τα οράματα της Άλις άρχισαν να στριφογυρίζουν στο κεφάλι μου, τα κατακόκκινα μάτια της Μπέλλα με κοιτούσαν. Ανέκφραστα- αλλά δεν υπήρχε και περίπτωση να μην με μισούσε για εκείνο το μέλλον στο οποίο την καταδίκασα. Θα με μισούσε που θα της έκλεβα τα πάντα. Την ζωή της και την ψυχή της.
Δεν μπορούσε να ήταν αργά.
«Ποτέ μην το πεις αυτό,» γρύλισα.
Κοίταξε έξω από το παράθυρο και δάγκωσε πάλι το χείλος της. Είδα κάτι να γυαλίζει, σαν κρύσταλλος στο μάγουλό της.
Αγωνία. «Κλαις?» Την έκανα να κλάψει. Την πλήγωσα τόσο.
Έδιωξε τα δάκρυα με το χέρι της.
«Όχι,» είπε ψέματα και η φωνή της έσπασε.
Κάποιο θαμμένο ένστικτο με έκανε να θέλω να την αγγίξω-εκείνο το δευτερόλεπτο ένιωσα πιο άνθρωπος από ποτέ. Και τότε θυμήθηκα ότι… δεν ήμουν. Και χαμήλωσα το χέρι μου.
«Συγνώμη,» είπα με κλειδωμένο σαγόνι. Πως θα μπορούσα να της πω όσα συγνώμη έπρεπε? Συγνώμη για όλα τα χαζά λάθη που έκανα. Συγνώμη για τον ατελείωτο εγωισμό μου. Επίσης, συγνώμη για τα πράγματα που δεν μπορούσα να ελέγξω-που ήμουν το τέρας που η μοίρα επέλεξε να δώσει τέλος στην ζωή της εξαρχής.
Πήρα μια βαθιά ανάσα-αγνοώντας την φωτά-και προσπάθησα να ελέγξω τον εαυτό μου.
Ήθελα να αλλάξω θέμα, να σκεφτώ κάτι άλλο. Ευτυχώ για εμένα, η περιέργεια μου για το κορίτσι ήταν ατελείωτη. Πάντα είχα κάποια ερώτηση.
«Πες μου κάτι,» είπα.
«Ναι?» Ρώτησε, με δάκρια ακόμα στην φωνή της.
«Τι σκεφτόσουν απόψε, πριν έρθω από την γωνία? Δεν μπορούσα να καταλάβω την έκφρασή σου-δεν φαινόσουν τρομαγμένη, ήταν σαν να συγκεντρωνόσουν πολύ σκληρά σε κάτι.» Θυμήθηκα το πρόσωπό της-πιέζοντας τον εαυτό μου να ξεχάσει μέσα από ποιανού τα μάτια το έβλεπα-με την αποφασισμένη έκφραση.
«Προσπαθούσα να θυμηθώ πώς να τον ακινητοποιήσω,» είπε, με πιο ελεγχόμενη φωνή. «Ξέρεις, αυτοάμυνα. Θα του έλιωνα την μύτη μέσα στο κρανίο του.» Η ηρεμία της δεν κράτησε μέχρι να τελειώσει την εξήγησή της. Ο τόνος της διαστρεβλώθηκε από μίσος. Ο γατίσιος της θυμός δεν ήταν πια αστείος. Μπορούσα να φανταστώ την εύθραυστη φιγούρα της-απλά μετάξι πάνω από γυαλί-να επισκιάζεται από τους εύσωμους ανθρώπους που θα της επιτίθονταν. Ο θυμός έβραζε στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου.
«Θα τους επιτιθόσουν?» Ήθελα να φωνάξω. Τα ένστικτά της ήταν θανατηφόρα-για τον εαυτό της. «δεν σκέφτηκες να τρέξεις?»
«Πέφτω συχνά όταν τρέχω,» είπε ντροπαλά.
«Τότε γιατί δεν τσίριξες για βοήθεια?»
«Θα το έκανα κάποια στιγμή.»
Κούνησα με δυσπιστία το κεφάλι μου. Πως είχε καταφέρει να μείνει ζωντανή πριν το Φόρκς?
«Είχες δίκιο,» της είπα, με πικρό τόνο στην φωνή μου. «Σίγουρα πολεμάω την μοίρα προσπαθώντας να σε κρατήσω ζωντανή.»
Αναστέναξε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Μετά κοίταξε πάλι εμένα.
«Θα σε δω αύριο?» απαίτησε ξαφνικά.
Αφού θα πήγαινα στην κόλαση-καλύτερα ας διασκέδαζα στην πορεία.
«Ναι- έχω κι εγώ να παραδώσω μια εργασία.» Της χαμογέλασα, ένιωθα ωραία όταν το έκανα. «Θα σου κρατήσω θέση στην καφετέρια.»
Η καρδιά της πετάρισε και η νεκρή καρδιά μου καρδιά ξαφνικά ένιωσε πιο ζεστή.
Σταμάτησα το αυτοκίνητο μπροστά από το σπίτι του πατέρα της. Δεν έκανε καμία κίνηση να με αφήσει.
«Υπόσχεσαι ότι θα είσαι εκεί αύριο?» Επέμενε.
«Υπόσχομαι.»
Πως μπορούσε το ότι έκανα λάθος να μου δίνει τόση χαρά? Σίγουρα υπήρχε κάτι σωστό σε αυτό.
Έγνεψε στον εαυτό της, ικανοποιημένη και άρχισε να βγάζει την ζακέτα μου.
«Μπορείς να το κρατήσεις,» την βεβαίωσα γρήγορα. Θα ήθελα να την αφήσω με κάτι δικό μου. Ένα λάφυρο, όπως το καπάκι που είχα στην τσέπη μου εκείνη τη στιγμή… «Δεν έχεις πανωφόρι για αύριο.»
Μου το έδωσε χαμογελώντας. «Δεν θέλω να χρειαστεί να εξηγήσω στον Τσάρλυ,» μου είπα.
Ναι, δεν περίμενα να το ήθελε αυτό. Της χαμογέλασα. «Α, σωστά.»
Άπλωσε το χέρι της στο χερούλι της πόρτας και σταμάτησε. Απρόθυμη να φύγει, όπως ήμουν κι εγώ απρόθυμος να την αφήσω να φύγει.
Να την έχω απροστάτευτη, ακόμα και για λίγες στιγμές…
Ο Πήτερ και η Σάρλοτ είχαν φύγει, πέρα από το Σηάτλ. Αλλά υπήρχαν πάντα κι άλλοι. Αυτός ο κόσμος δεν ήταν ασφαλές μέρος για οποιονδήποτε άνθρωπο, και φαινόταν να είναι πιο επικίνδυνος για αυτή από ότι ήταν για τους υπόλοιπους.
«Μπέλλα?» Ρώτησα, ξαφνιασμένος από την ευχαρίστηση που μου προκαλούσε το ότι απλά έλεγα το όνομά της.
«Ναι?»
«Μου υπόσχεσαι κάτι?»
«Ναι,» δέχτηκε άνετα και μετά τα μάτια της στένεψαν σαν να σκεφτόταν λόγο να αρνηθεί.
«Μην πας μόνη σου στο δάσος,» την προειδοποίησα.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια της ξαφνιασμένη. «Γιατί?»
Κοίταξα προς το σκοτάδι. Η έλλειψη φωτός δεν ήταν πρόβλημα για τα δικά μου μάτια, αλλά ούτε θα ήταν πρόβλημα για κάποιον άλλον κυνηγό. Τύφλωνε μόνο τους ανθρώπους.
«Δεν είμαι πάντα το πιο επικίνδυνο πράγμα εκεί έξω,» της είπα. «Ας το αφήσουμε εκεί.»
Ανατρίχιασε, αλλά συνήλθε γρήγορα και χαμογέλασε όταν είπα, « Ότι πεις.»
Η αναπνοή της χτένισε το πρόσωπό της, τόσο γλυκό άρωμα.
Θα μπορούσα να μείνω εδώ όλη νύχτα, αλλά χρειαζόταν ύπνο. Οι δύο επιθυμίες μου φαίνονταν εξίσου δυνατές καθώς συγκρούονταν: το ότι την ήθελα ενάντια στο ότι την ήθελα ασφαλής.
Αναστέναξα. «Θα σε δω αύριο,» είπα γνωρίζοντας πως θα την έβλεπα πολύ πιο σύντομα. Αυτή δεν θα έβλεπε εμένα μέχρι αύριο.
«Αύριο τότε,» συμφώνησε καθώς άνοιξε την πόρτα.
Αγωνία πάλι καθώς την έβλεπα να φεύγει.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 21
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 10. Θεωρία   Παρ 14 Αυγ 2009 - 21:25

Έγειρα προς το μέρος της, θέλοντας να την κρατήσω εκεί. «Μπέλλα?»
Γύρισε και πάγωσε, ξαφνιάστηκε που τα πρόσωπά μας ήταν τόσο κοντά.
Και εγώ ήμουν ξαφνιασμένος από την κοντινή απόσταση. Η θερμότητα κυλούσε σε κύματα, χτένιζε το πρόσωπό μου. Μπορούσα σχεδόν να νιώσω το μεταξένιο της δέρμα…
Η καρδιά της ήταν άρρυθμη για λίγο, το στόμα της έπεσε ανοιχτό.
«Όνειρα γλυκά,» ψιθύρισα, και έγειρα μακριά πριν την πλήγωνα άθελα, λόγω των ενστίκτων μου.
Έμεινε ακίνητη για μια στιγμή, τα μάτια της ορθάνοιχτα και έκπληκτα. Μαγεμένη, μάντεψα.
Όπως ήμουν κι εγώ.
Συνήλθε-αν και το πρόσωπο της ήταν λίγο ανέκφραστο-σχεδόν έπεσε καθώς έβγαινε από το αυτοκίνητο και χρειάστηκε να πιαστεί για να κρατηθεί.
Χαχάνισα και έλπισα να ήταν πολύ ήσυχο για να το ακούσει.
Την είδα να παραπατάει καθώς έφτανε στην εξώπορτα. Ασφαλής ακόμα. Και θα επέστρεφα για να σιγουρευτώ.
Ένιωθα τα βλέμμα της να με ακολουθεί καθώς άρχισα να οδηγάω μακριά της. Τόσο διαφορετική αίσθηση από αυτήν που συνήθιζα. Συνήθως μπορούσα απλά να δω τον εαυτό μου μέσα από τα μάτι αυτού που με παρακολουθούσε. Αυτό με ενθουσίαζε με έναν περίεργο τρόπο. Αυτή η αίσθηση ότι με ακολουθούσαν μάτια. Ήξερα ότι ήταν επειδή ήταν τα δικά της μάτια.
Εκατομμύρια σκέψεις κυνηγούσαν η μια την άλλη καθώς οδηγούσα μέσα στην νύχτα.
Για αρκετή ώρα απλά έκανα κύκλους, δεν πήγαινα κάπου, σκεφτόμουν την Μπέλλα και την υπέροχη ανακούφιση που δεν είχα πια μυστικά από αυτήν. Δεν χρειαζόταν πια να καρτερώ την στιγμή που θα το μάθαινε. Ήξερε. Δεν την ένοιαζε. Ακόμα και αν αυτό ήταν κακό για αυτήν, ένιωθα απελευθερωμένος.
Αγαπούσα την Μπέλλα. Δεν μπορούσε να αγαπήσει με τον τρόπο που την αγαπούσα-τόσο ολοκληρωτικά, τόσο δυνατή αγάπη που θα μπορούσε να σπάσει το εύθραυστο της σώμα. Αλλά αυτό που ένιωθε ήταν δυνατό. Αρκετά δυνατό για να διώξει το αίσθημα του φόβου. Αρκετό για να θέλει να είναι μαζί μου. Και το να είμαι μαζί της ήταν η μεγαλύτερη ευτυχία που είχα γνωρίσει ποτέ.
Για λίγο-καθώς ήμουν μόνος και δεν πλήγωνα κανέναν-επέτρεψα στον εαυτό μου να χαρεί χωρίς να σκεφτώ την τραγωδία της κατάστασης. Απλά να είμαι χαρούμενος που νοιαζόταν για εμένα. Απλά ένιωθα την ευχαρίστηση που κέρδισα την αγάπη της. Φανταζόμουν να κάθομαι δίπλα της την μια μέρα μετά την άλλη, να ακούω την φωνή της, να κερδίζω τα χαμόγελά της.
Έπαιζα ξανά και ξανά στο μυαλό μου εκείνο το χαμόγελό της, έβλεπα τα γεμάτα της χείλη, τα σχεδόν ανύπαρκτα λακκάκια που σχηματίζονταν, ο τρόπος που τα μάτια της ζεσταίνονταν σαν να έλιωναν…
Τα δάχτυλά της τα ένιωσα τόσο ζεστά στο χέρι μου εκείνο τα βράδυ. Φαντάστηκα πως θα ένιωθα αν άγγιζα το απαλό δέρμα που απλωνόταν στα ζυγωματικά της-μεταξένιο ζεστό… τόσο εύθραυστο. Μετάξι πάνω σε γυαλί… τρομακτικά εύθραυστο.
Δεν είδα που με οδηγούσαν οι σκέψεις μου μέχρι που ήταν αργά. Καθώς σκεφτόμουν για το πόσο ευάλωτη ήταν, καινούριες εικόνες της εισέβαλαν στις μυαλό μου.
Χαμένη στις σκιές, χλωμή από φόβο-το σαγόνι της σφιγμένο, αλλά με αποφασισμένη έκφραση, τα μάτια της έντονα, γεμάτα συγκέντρωση, το λεπτό της σώμα σε ετοιμότητα, σκοτεινές φιγούρες συγκεντρώνονταν γύρω της, εφιάλτες στο σκοτάδι…
Αναφώνησα καθώς το μίσος που είχα ξεχάσει από την χαρά μου, επέστρεψε δριμύτερο.
Ήμουν μόνος. Η Μπέλλα ήταν, ή τουλάχιστον έλπιζα, ασφαλής μέσα στο σπίτι της. Για μια στιγμή χαιρόμουν που ο Τσάρλυ-αρχηγός των τοπικών δυνάμεων, εκπαιδευμένος και οπλισμένος-ήταν ο πατέρας της. Αυτό ήταν κάτι, θα της παρείχε κάποια προστασία.
Ήταν ασφαλής. Δεν θα μου έπαιρνε πολλή ώρα η εκδίκηση…
Όχι. Άξιζε περισσότερα. Δεν θα επέτρεπα να έχει αισθήματα για έναν δολοφόνο. Αλλά… οι άλλοι?
Ναι, Μπέλλα ήταν ασφαλής. Και σίγουρα το ίδιο η Τζέσικα και η Άντζελα.
Όμως, ένα τέρας κυκλοφορούσε ελεύθερο στο Πορτ Άντζελες. Ένα ανθρώπινο τέρας-αυτό το έκανε πρόβλημα των ανθρώπων? Το να πράξω τον φόνο που είχα τόσο ανάγκη, ήταν λάθος. Το ήξερα αυτό. Αλλά ούτε να τον άφηνα ελεύθερο να ξαναεπιτεθεί ήταν σωστό.
Η ξανθιά σερβιτόρα από το εστιατόριο. Ή η σερβιτόρα που δεν κοίταξα καν. Και οι δυο με ενοχλούσαν, αλλά δεν σήμαινε ότι άξιζαν να είναι σε κίνδυνο.
Οποιαδήποτε από τις δυο θα μπορούσε να είναι η Μπέλλα κάποιου.
Αυτή η συνειδητοποίηση με έκανε να αποφασίσω.
Έστριψα το αυτοκίνητο βόρεια και επιτάχυνα, τώρα που είχα σκοπό. Όποτε είχα κάποιο πρόβλημα που δεν ήταν στα χέρια μου-κάτι τόσο περίπλοκο-ήξερα που να πάω για βοήθεια.
Η Άλις καθόταν στα σκαλιά και με περίμενε. Σταμάτησα μπροστά στο σπίτι αντί να πάω μέσα στα γκαράζ.
«Ο Καρλάιλ είναι στο γραφείο του,» είπε η Άλις πριν προλάβω να ρωτήσω.
«Σε ευχαριστώ,» είπα ανακατεύοντας τα μαλλιά της καθώς πέρασα δίπλα της.
Σε ευχαριστώ που επέστρεψες το τηλεφώνημα μου, σκέφτηκε σαρκαστικά.
«Α,» σταμάτησα στην πόρτα, βγάζοντας το κινητό μου. «Συγνώμη δεν κοίταξα καν να δω ποιος ήταν. Ήμουν… απασχολημένος.»
«Ναι, το ξέρω. Κι εγώ ζητώ συγνώμη. Μέχρι να δω τι θα γινόταν, είχες ήδη φύγει.»
«Παρά τρίχα,» μουρμούρισα.
Συγγνώμη, επανέλαβε ντροπιασμένη.
Ήταν εύκολο να είμαι γενναιόδωρος γνωρίζοντας ότι η Μπέλλα ήταν καλά. «Μην ζητάς συγνώμη. Ξέρω ότι δεν μπορείς να πιάσεις τα πάντα. Δεν περιμένουμε και θαύματα, Άλις.»
«Ευχαριστώ.»
«Σχεδόν θα σε καλούσα για φαγητό απόψε-το έπιασες πριν αλλάξω την γνώμη μου?»
Μόρφασε. «Όχι, το έχασα και αυτό. Μακάρι να το ήξερα. Θα ερχόμουν.
«Σε τι συγκεντρωνόσουν και έχασες τόσα?»
Ο Τζάσπερ σκέφτεται για την επέτειό μας. Γέλασε. Προσπαθεί να μην πάρει κάποια απόφαση για το δώρο μου, αλλά νομίζω πως έχω καταλάβει…
«Δεν έχεις ντροπή εσύ.»
«Όχι.»
Έσμιξε τα χείλη της και με κοίταξε, με λίγη κατηγορία στο βλέμμα της. Έδωσα όμως περισσότερη προσοχή αργότερα. Θα τους πεις ότι ξέρει?
Αναστέναξα. «Ναι. Αργότερα.»
Δεν θα πω τίποτα. Αλλά κάνε μου την χάρη και πες το στην Ρόζαλι όταν δεν θα είμαι εκεί, εντάξει?
«Σίγουρα.»
Η Μπέλλα το πήρε αρκετά καλά.
«Υπερβολικά καλά.»
Μόρφασε. Μην υποτιμάς την Μπέλλα.
Προσπάθησα να μπλοκάρω την εικόνα που δεν ήθελα να δω-η Μπέλλα και οι Άλις κολλητές.
Ανυπόμονος τώρα, αναστέναξα βαριά. Ήθελα να περάσει αυτή η μέρα. Ήθελα να ξεμπερδεύω. Αλλά ανησυχούσα να φύγω από το Φόρκς…
«Άλις…» ξεκίνησα. Είδε τι θα την ρωτούσα.
Θα είναι εντάξει απόψε. Προσέχω καλύτερα τώρα. Όντως χρειάζεται εικοσιτετράωρη επίβλεψη ε?
«Τουλάχιστον.»
«Τέλος πάντων θα είσαι μαζί της σύντομα.»
Πήρα μια βαθιά αναπνοή. Αυτές οι λέξεις μου φαίνονταν πανέμορφες.
«Άντε-τελείωνε για να μπορείς να είσαι εκεί που θέλεις,» μου είπε.
Έγνεψα και πήγα στο γραφείο του Καρλάιλ.
Με περίμενε, τα μάτια του ήταν στραμμένα στην πόρτα και όχι στο γραφείο του.
«Άκουσα την Άλις να σου λέει που θα με βρεις,» είπε και χαμογέλασε.
‘Ήταν ανακούφιση να είμαι μαζί του, να βλέπω την συμπόνια και την γνώση του στα μάτια του. Ο Καρλάιλ θα ήξερε τι να κάνω.
«Χρειάζομαι βοήθεια.»
«Οτιδήποτε Έντουαρντ,» υποσχέθηκε.
«Σου είπε η Άλις τι συνέβη στην Μπέλλα απόψε?»
Σχεδόν συνέβη, διόρθωσε.
«Ναι, σχεδόν. Έχω ένα δίλλημα Καρλάιλ. Βλέπεις, θέλω… πάρα πολύ… να τον σκοτώσω.» Οι λέξεις άρχισαν να κυλάνε γρήγορα και με πάθος. «Τόσο πολύ. Αλλά ξέρω πως αυτό θα ήταν λάθος, επειδή θα ήταν εκδίκηση και όχι δικαιοσύνη. Ολοκληρωτικά από θυμό. Κι όμως δεν μπορεί να είναι σωστό να αφήσω έναν σειριακό βιαστή να κυκλοφορεί στο Πορτ Άντζελες! Δεν ξέρω τους ανθρώπους εκεί, αλλά δεν μπορώ να αφήσω κάποιον άλλον να πάρει την θέση της Μπέλλα ως θύμα του. Οι άλλες γυναίκες-μπορεί κάποιος να νιώθει για αυτές όπως νιώθω εγώ για την Μπέλλα. Μπορεί να υποφέρει όπως θα μπορούσα να είχα υποφέρει αν πάθαινε κάτι. Δεν είναι σωστό-»
Το πλατύ του χαμόγελο σταμάτησε ξαφνικά τις λέξεις μου.
Είναι πολύ καλή για εσένα ε? Τόση συμπόνια, τόσος αυτοέλεγχος. Είμαι εντυπωσιασμένος.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
Leia the werewolf
twilight 4 ever
twilight 4 ever
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 172
Reputation : 0
Ημερομηνία εγγραφής : 14/08/2009
Ηλικία : 21
Τόπος : La-Pous

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 10. Θεωρία   Παρ 14 Αυγ 2009 - 21:26

«Δεν ψάχνω για φιλοφρονήσεις, Καρλάιλ.»
«Φυσικά όχι. Αλλά δεν μπορώ να ελέγξω τις σκέψεις μου.» Ξαναχαμογέλασε. «»Θα το κανονίσω. Μπορείς να ηρεμήσεις. Κανείς δεν θα πάθει κάτι στην θέση της Μπέλλα.»
Είδα το σχέδιο στο μυαλό του. Δεν ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα, δεν ικανοποιούσε την θέληση μου για βιαιότητα, αλλά μπορούσα να δω ότι ήταν το σωστό.
«Θα σου δείξω που να τον βρεις,» είπα.
«Πάμε.»
Πήρε την μαύρη του τσάντα στον δρόμο. Θα προτιμούσα έναν πιο βίαιο τρόπο-όπως ένα ραγισμένο κρανίο-αλλά θα άφηνα τον Καρλάιλ να το κάνει με τον τρόπο του.
Πήραμε το αυτοκίνητό μου. Η Άλις ήταν ακόμη στα σκαλιά. Χαμογέλασε και χαιρέτησε καθώς φεύγαμε. Είδα ότι έλεγξε το μέλλον για εμένα. Δεν θα είχαμε δυσκολίες.
Το ταξίδι ήταν σύντομο στον σκοτεινό, άδειο δρόμο. Άφησα κλειστά τα φώτα για να μην τραβήξουμε προσοχή. Χαμογέλασα στην σκέψη της αντίδρασης της Μπέλλα σε αυτήν την ταχύτητα. Ήδη οδηγούσα πι αργά από ότι συνήθως-για να μεγαλώσω τον χρόνο μου μαζί της-όταν αντέδρασε.
Και ο Καρλάιλ σκεφτόταν για την Μπέλλα.
Δεν είχα προβλέψει ότι θα του έκανε τόσο καλό. Αυτό είναι απρόσμενο. Ίσως αυτό ήταν κατά κάποιον τρόπο γραφτό. Ίσως να είναι για κάποιον απώτερο σκοπό. Μόνο…
Φαντάστηκε την Μπέλλα με παγωμένο δέρμα και κατακόκκινα μάτια και έδιωξε την εικόνα από το μυαλό του.
Ναι. Μόνο. Γιατί πως θα μπορούσε να βγει καλό αν κατέστρεφα κάτι τόσο αγνό και αξιαγάπητο?
Κοιτούσα στο σκοτάδι, η χαρά της βραδιάς καταστράφηκε από τις σκέψεις του.
Ο Έντουαρντ αξίζει ευτυχία. Του το χρωστάει. Το πάθος των σκέψεών του με ξάφνιασε. Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος.
Ευχήθηκα να μπορούσα να το πιστέψω-Οποιοδήποτε από τα δυο. Αλλά δεν υπήρχε απώτερος σκοπός για αυτό που συνέβαινε στην Μπέλλα. Απλά η μοίρα ποτ δεν άντεχε η Μπέλλα να έχει την ζωή που της άξιζε.
Δεν τριγύρισα πολύ στο Πορτ Άντζελες. Πήγα τον Καρλάιλ κατευθείαν εκεί όπου ο Λόνι με τους φίλους του ήταν ακόμα απογοητευμένοι-δυο από τους οποίους είχαν ήδη λιποθυμήσει. Ο Καρλάιλ είδε πόσο δύσκολο μου ήταν να είμαι τόσο κοντά-να ακούω τις σκέψεις του τέρατος και να βλέπω τις αναμνήσεις της Μπέλλα μπλεγμένες με άλλα λιγότερο τυχερά κορίτσια που δεν μπορούσε κανείς να σώσει τώρα.
Η αναπνοή μου επιτάχυνε. Έσφιξα το τιμόνι.
Πήγαινε, Έντουαρντ, μου είπε μαλακά. Θα το τακτοποιήσω εγώ. Εσύ πήγαινε πίσω στην Μπέλλα.
Ήταν αυτό που χρειαζόμουν να ακούσω. Το όνομά της ήταν το μόνο που σήμαινε κάτι εκείνη τη στιγμή.
Τον άφησα στο αυτοκίνητο και έτρεξα πίσω στο Φόρκς μέσα από το δάσος. Μου πήρε λιγότερο χρόνο χωρίς το αυτοκίνητο. Λίγα λεπτά αργότερα σκαρφάλωνα το δέντρο και άνοιγα το παράθυρο της Μπέλλα.
Αναστέναξα με ανακούφιση. Όλα ήταν όπως έπρεπε. Η Μπέλλα ήταν ασφαλής στο κρεβάτι της, ονειρευόταν, τα βρεγμένα μαλλιά της ήταν μπλεγμένα σαν φύκια πάνω στο μαξιλάρι της.
Ήταν κουλουριασμένη σε μια μπάλα, σκεπασμένη με μα κουβέρτα. Κρύωνε, υπέθεσα. Πριν βολευτώ στην συνηθισμένη μου θέση, την διαπέρασε ένα ρίγος και τα χείλη της έτρεμαν για λίγο.
Σκέφτηκα για μια στιγμή και βγήκα στο χολ, εξερευνώντας ένα μέρος του σπιτιού για πρώτη φορά.
Τα ροχαλητά του Τσάρλυ ήταν δυνατά και σταθερά. Μπορούσα σχεδόν να πιάσω τον τόνο τον ονείρων του. Κάτι με νερό και προσμονή… ψάρεμα ίσως?
Εκεί, στο πάνω μέρος της σκάλας, υπήρχε μια υποσχόμενη ντουλάπα. Την άνοιξα και βρήκα αυτό που έψαχνα. Διάλεξα την πιο χοντρή κουβέρτα από εκεί και την πήγα πίσω στο δωμάτιό της. θα την επέστρεφα πριν θα ξυπνούσε και δεν θα καταλάβαινε τίποτα.
Κρατώντας την αναπνοή μου, άπλωσα προσεκτικά την κουβέρτα πάνω της. Δεν αντέδρασε στο πρόσθετο βάρος. Επέστρεψα στην κουνιστή καρέκλα.
Καθώς περίμενα ανήσυχα να ζεσταθεί, σκέφτηκα τον Καρλάιλ και αναρωτιόμουν που να ήταν. Ήξερα πως το σχέδιό του θα κυλούσε ομαλά-η Άλις το είχε δει.
Το ότι σκεφτόμουν τον πατέρα μου με έκανε να αναστενάξω-ο Καρλάιλ πίστευε περισσότερα από όσα άξιζα για εμένα. Ευχόμουν να ήμουν το άτομο που νόμιζε ότι ήμουν. Το άτομο μου άξιζε ευτυχία, που έλπιζε να αξίζει για αυτό το κορίτσι. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν θα μπορούσα να είμαι αυτός ο Έντουαρντ.
Καθώς το σκεφτόμουν αυτό, μια παράξενη, απρόσμενη εικόνα γέμισε το μυαλό μου.
Για μια στιγμή, η γριά μοίρα που είχα φανταστεί, αυτή που αναζητούσε την καταστροφή της Μπέλλα, αντικαταστάθηκε από έναν άγγελο. Έναν φύλακα άγγελο-κάτι που η έκδοση του Καρλάιλ για εμένα θα είχε. Με ένα χαμόγελο στα χείλη της, ο άγγελος παρουσίαζε την Μπέλλα με τέτοιον τρόπο που ήταν αδύνατο να την παραβλέψω. Μια οσμή που απαιτούσε την προσοχή μου, ένα σιωπηλό μυαλό που κινούσε την περιέργειά μου, μια σιωπηλή ομορφιά που κρατούσε το βλέμμα μου, μια ανιδιοτελής ψυχή που κέρδιζε τον θαυμασμό μου. Χωρίς το φυσικό ένστικτο αυτοσυντήρησης-ώστε να μπορεί να είναι κοντά μου- και τέλος προσθέτοντας αρκετή κακοτυχία.
Με ένα γέλιο, ο άγγελος έσπρωξε την ευάλωτη δημιουργία στο μονοπάτι μου, εμπιστευόταν τυφλά το ήθος μου για να την κρατήσω ζωντανή.
Σε αυτό το όραμα δεν ήμουν η καταδίκη της Μπέλλα αλλά αυτή ήταν το βραβείο μου.
Κούνησα το κεφάλι μου στον άγγελο της φαντασίωσης. Δεν ήταν καλύτερος από την γριά. Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι θετικό για μια ανώτερη δύναμη που θα συμπεριφερόταν τόσο επικίνδυνα και απερίσκεπτα. Τουλάχιστον μπορούσα να πολεμήσω την άσχημη μοίρα.
Και δεν είχα άγγελο. Ήταν κρατημένοι για καλό-για ανθρώπους σαν την Μπέλλα. Οπότε που ήταν ο άγγελος της σε όλη αυτή την κατάσταση? Ποιος την πρόσεχε?
Γέλασα σιωπηλά, ξαφνιασμένος, καθώς συνειδητοποίησα ότι εγώ αναπλήρωνα αυτόν τον ρόλο.
Ένας βρικόλακας άγγελος-να κάτι αδύνατο.
Μετά από περίπου μισή ώρα η Μπέλλα χαλάρωσε από εκείνη την σφιχτή μπάλα. Η αναπνοή της βάθυνε και άρχισε να μουρμουρίζει. Χαμογέλασα ικανοποιημένος. Ήταν κάτι μικρό, αλλά τουλάχιστον κοιμόταν πιο άνετα αυτό το βράδυ επειδή ήμουν εδώ.
«Έντουαρντ,» αναστέναξε και τότε χαμογέλασε και αυτή.
Έσπρωξα την τραγωδία στην άκρη για εκείνη τη στιγμή και άφησα τον εαυτό μου να χαρεί.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://camprockgreekforum.forumotion.com
 
10. Θεωρία
Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
edward-bella-jakob :: Midnight Sun Το Λυκόφως απο τη μερια του Εντουαρντ-
Μετάβαση σε: